Οι άνθρωποι στη ζωή μας λειτουργούμε πολλές
φορές σα να μην έχουμε προσανατολισμό και πυξίδα. Παραδομένοι στα βαρίδια κάθε
λογής που αποτυπώνονται με τη φράση «μέριμνες», αισθανόμαστε ότι η ζωή είναι
αυτή που μας καθοδηγεί σε δρόμους που μπορεί να μην μας δίνουν ευτυχία, αλλά που
δεν μπορούμε να τους αλλάξουμε. Αισθανόμαστε ξαστοχισμένοι στην εργασία μας,
στις σχέσεις μας με τους άλλους, ακόμη και τους οικείους μας, κυρίως όμως από
την πορεία του κόσμου και του πολιτισμού, όπως επίσης και αιχμάλωτοι στον χρόνο
και την πορεία του. Δεν είναι εύκολο να βρούμε την ψυχή μας, να ακούσουμε τον
εσωτερικό μας κόσμο, τα σκιρτήματα της καρδιάς μας, παραδομένοι στο φέρον που
μας φέρει. Έτσι, αιχμαλωτισμένοι στις μέριμνες,
έρχονται στιγμές που νοσταλγούμε την λύτρωση και την καθοδήγηση ώστε να βρούμε
νόημα στην πορεία μας και ελευθερία στην αιχμαλωσία μας στα κάθε είδους
δεσμά.
Η
Εκκλησία μάς προβάλλει το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου ως εκείνη η οποία
κυοφόρησε τον Οδηγό για όσους περιπλανώνται, τον Λυτρωτή για όσους είναι
αιχμάλωτοι, δηλαδή τον Κύριό μας Ιησού Χριστού. Και βρήκε προσανατολισμό στη
δική της ζωή η ίδια πρώτα, αλλά και βίωσε την λύτρωση στις δικές της αιχμαλωσίες
και γι’ αυτό η σχέση της με το Χριστό αποτελεί πρότυπο και για τον καθέναν από
μας.
Η Παναγία νίκησε την
αιχμαλωσία της ανθρώπινης φύσης στα πάθη και τις επιθυμίες για ηδονή εν τω
κόσμω και εν ταις αισθήσεσι. Όλη της η ζωή έγινε
υπέρβαση της μέριμνας. Διατηρούσε εν τη καρδία της τα ρήματα των ανθρώπων
που συνάντησε, αλλά πρωτίστως είχε εμπιστοσύνη στη χαρά της κοινωνίας με τον Υιό
της. Αγαπούσε το παιδίον Ιησούν, αλλά παρέμεινε κοντά στον Υιό της όταν εκείνος
ενηλικιώθηκε, μέχρι το τέλος της ζωής Του. Αυτό σημαίνει ότι έβαλε την σχέση
μαζί Του και την χαρά που αυτή της έδινε πιο πάνω από κάθε επιθυμία, κάθε
ενασχόληση που γίνεται πάθος, ακόμη και πιο πάνω από την καταξίωση και την
αποδοχή της ιδίας ως «μακαρίας διότι υπήρξε η κοιλία η οποία Τον εβάστασε».
«Ό,τι αν λέγη υμίν ποιήσατε», ήταν η ρήση της Παναγίας πρωτίστως στον εαυτό της
και κατόπιν σε όλους. Έτσι η χαρά της ήταν κυρίως πνευματική. Το να ακολουθεί το
θέλημα του Υιού της, αλλά και να βιώνει την φυσική Του παρουσία ήταν η ηδονή που
πηγάζει από τη σχέση με τον Θεό. Και έτσι δεν έμεινε στις χαρές του κόσμου, αλλά
ούτε και στις μέριμνες που την ίδια στιγμή φέρνουν και ηδονή και
οδύνη.
Αυτήν την αιχμαλωσία βιώνουμε σήμερα, λόγω του
πολιτισμού και των προβλημάτων μας οι άνθρωποι. Αυτήν την απουσία γνήσιου
προσανατολισμού διαπιστώνουμε στην κυριαρχία του ορθολογισμού, στην φιληδονία,
στην μέριμνα του σήμερα. Η σχέση μας με το Χριστό, όπως μας την διδάσκει η
Υπεραγία Θεοτόκος, αποτελεί άνοιγμα στον τρόπο ζωής της Εκκλησίας. Αποτελεί
αλλαγή και μεταμόρφωση της καρδιάς μας, η οποία γνωρίζει την δύναμη του
μυστηρίου της πίστης, ότι δεν είναι ο ορθός λόγος και η γνώση που δίνουν
απαντήσεις στα πάντα, αλλά ο Χριστός που είναι η Αλήθεια μπορεί να μας βοηθήσει
να απαντήσουμε στα δικά μας «γιατί;». Ότι δεν είναι οι ηδονές των αισθήσεων και
του βίου ο δρόμος της ευτυχίας, αλλά η υπακοή στο θέλημα του Θεού και η
πνευματική χαρά. Ότι δεν είναι η παράδοση στην μέριμνα του «νυν» και του «
σήμερα» το νόημά μας, αλλά το άνοιγμα στο « αεί» της αγάπης και της πρόνοιας
του Θεού, που καταξιώνει κάθε κόπο μας και που μας ελεεί αληθινά. Αυτό είναι και
το νόημα μίας εκκλησιαστικής πρότασης όχι απλώς πυξίδας και προσανατολισμού στην
κρίση του πολιτισμού μας, αλλά αληθινής λύτρωσης. Η προσευχή και η προσπάθεια
μίμησης της Παναγίας μας μάς δείχνουν τον δρόμο. Επαφίεται στον καθέναν μας η
ευθύνη και η χαρά να ακολουθήσουμε τον Λυτρωτή της και Λυτρωτή
μας.
Του Πρωτοπρεσβύτερου Θεμιστοκλή
Μουρτζανού
Από τον "Προσκυνητή".
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου