Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2014

ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΟΣ

Γράφει ο κ. Διονύσιος Νταραντάνης.

Δύο αμφιλεγόμενες παρουσίες της ιστορίας που ο λόγος τους και οι ενέργειες τους μας αναγκάζουν να ασχολούμαστε μαζί τους για παραπάνω από δύο χιλιετίες. Μήπως όμως τελικά δεν μιλάμε για δύο τόσο διαφορετικά πρόσωπα; Μήπως το τα 500 περίπου χρόνια διαφοράς τους δεν ήταν τόσα πολλά ώστε να φανούν έντονες οι διαφορές μεταξύ τους; Όσο παράξενο και να φανεί, οι ομοιότητες μεταξύ Σωκράτη και Ιησού είναι πολύ περισσότερες απ’ τις διαφορές.. Ο ρόλος του δοκιμίου αυτού είναι να παρουσιάσει το πόσο πολύ έμοιαζαν οι ζωές των δύο από την αρχή τους έως και τον θάνατο τους ξεκινώντας απ’ αυτόν που χρονολογικά έζησε πρώτος.. δηλαδή τον Σωκράτη.

Ο αρχαίος φιλόσοφος Σωκράτης
ΠροεπισκόπησηΟ Σωκράτης γεννήθηκε γύρω στα 470 π. Χ στην Αθήνα. Καταγόταν από εύπορη οικογένεια και αυτό τον βοήθησε στο να αποκτήσει μια πλουσιοπάροχη μόρφωση. Τον Σωκράτη όμως, τον μεγαλύτερο ίσως Έλληνα διαλογιστή και έναν απ’ τους μεγαλύτερους του κόσμου, δεν τον ενδιέφεραν τα χρήματα. Πράγμα που αποδεικνύεται περίτρανα από το γεγονός ότι για τις διδασκαλίες τους δεν ζήταγε χρήματα αντίθετα με τους υπόλοιπους διδασκάλους της εποχής. Γενικότερα ήταν επαναστατική φυσιογνωμία. Προκειμένου να υποστηρίξει την γνώμη του, δεν το ένοιαζε ούτε να συγκρουστεί με τις αρχές της εξουσίας αλλά ούτε και με οικονομικότερα ισχυρότερους άντρες της εποχής. Η Ιστορία έχει να μας παραθέσει αξιόλογα παραδείγματα που πιστοποιούν το παραπάνω. Την εποχή που διατελούσε πρύτανης( μάλιστα πρόεδρος των πρυτάνεων) πολέμησε την πρόταση της θανατικής καταδίκης, μιας ποινής που για την εποχή θεωρούταν πάγια και εντελώς λογική. Με τον ίδιο τρόπο αντιτάχθηκε και στην αυθαιρεσία των Τριάκοντα τυράννων όταν διέταξαν τον Σωκράτη και τέσσερις άλλους να συλλάβουν έναν πολίτη προκειμένου να εκτελεστεί, ο αθηναίος φιλόσοφος αρνήθηκε κατηγορηματικά…Εδώ αξίζει να σημειώσουμε πώς οι εξαιρετικά λίγες γνώσεις που έχουμε για τον Σωκράτη σαν άνθρωπο , τα παιδικά του χρόνια αλλά και τον χαρακτήρα του οφείλεται σ’ ένα μεγάλο ποσοστό στο γεγονός ότι ο ίδιος δεν έγραψε ποτέ ούτε μια αράδα λέξεων σε χαρτί. Ο Σωκράτης ήταν φανατικός υποστηρικτής του διαλόγου και  πάντοτε επισήμαινε πως το γραπτό κείμενο είναι βουβό και δεν αφήνει περιθώρια στον αναγνώστη να απαντήσει άμεσα. Έτσι ότι γνώσεις έχουμε για τον μεγάλο αυτόν διαλογιστή έρχονται κυρίως από τον μαθητή του Πλάτωνα ο οποίος στα έργα του (εκτός των «Νόμων» ) χρησιμοποιούσε ως βασικό πρωταγωνιστή τον δάσκαλο του και τους φιλοσοφικούς διάλογους που παρέθετε ανά περιόδους. Επίσης, ο Ξενοφώντας ασχολήθηκε και αυτός με την σειρά του με τον Σωκράτη στα έργα του «Απομνημονεύματα», «Συμπόσιον» και «Οικονομικός». Σύμφωνα με τις πληροφορίες των παραπάνω κειμένων , ο Αλκιβιάδης είχε πει πώς τα λόγια του Σωκράτη έχουν θεϊκή χροιά και πως απ’ όλα τα λόγια των ανθρώπων μόνο αυτά έχουν νόημα. Μάλιστα και το μαντείο των Δελφών σύμφωνα με τον χρησμό του, ο Σωκράτης ήταν ο σοφότερος όλων των ανθρώπων. Δηλαδή πρώτος ανάμεσα στους ανθρώπους. Στις φιλοσοφικές του διαλέξεις αναφερόταν με κοινωνικά, πολιτικά, ηθικά και θρησκευτικά θέματα. Ιδιαίτερα οι νέοι έβρισκαν μεγάλη ευχαρίστηση να τον ακούν καθώς οι απόψεις του ξέφευγαν από το στενό πλαίσιο των παγιωμένων συντηρητικών αντιλήψεων της εποχής. Έτσι, σχηματίστηκε γύρω του ένας όμιλος, που δεν αποτελούσε όμως σχολή, γιατί ο Σωκράτης δε δίδαξε συστηματικά, αλλά διαλεγόταν σε κάθε σημείο της πόλης, με ανθρώπους κάθε κοινωνικής τάξης καθώς όπως προαναφέραμε οι διαλέξεις του ήταν δωρεάν. Αμφισβητώντας τις παραδοσιακές ιδέες και τις παραδοσιακές αρχές, αναζήτησε την βαθύτερη αλήθεια των πραγμάτων η οποία σύμφωνα με την γνώμη του ήταν μοναδική. Για την ακρίβεια αναζήτησε την πρώτη αλήθεια, την αναλλοίωτη, που δεν επηρεάζεται από τις συνθήκες που δεν εξαρτάται από τον άνθρωπο. Οι αναζητήσεις του αυτές όμως τον έκαναν ιδιαίτερα αντιπαθητικό στην κλειστή κοινωνία των Αθηνών με τις παγιωμένες κοινωνικοθρησκευτικές αντιλήψεις. Σε συνδυασμό με την ειρωνεία και την αμφισβήτηση που χρησιμοποιούσε απέναντι στους συνομιλητές του προκειμένου να τους φτάσει εκεί που ήθελε, δεν άργησε πολύ να δημιουργήσει αντιδικίες με πολλούς διάσημους Αθηναίους. Αντίθετα οι νέοι, πιστοί μαθητές του, τον ακολουθούσαν παντού και υποστήριζαν φανατικά τις απόψεις του.

Η δίκη και ο θάνατος του Σωκράτη
Το ανήσυχο πνεύμα του Σωκράτη όπως ήταν λογικό ενόχλησε την άρχουσα τάξη των Αθηνών αλλά και τους επιφανείς Αθηναίους που έβλεπαν τα λόγια τους να μην έχουν πια ισχύ μπροστά στην επιρροή που είχε η λογική και η απλότητα του Σωκράτη στους ανθρώπους. Τα νέα παιδιά τον έβλεπαν να ξεσκεπάζει στην αγορά την ψευδή σοφία των σοφιστών και των δημαγωγών και γοητεύονταν από αυτό το «παιχνίδι» που οδηγούσε στην αναζήτηση της ουσίας των πραγμάτων και της αλήθειας. Έτσι, γύρω στα 400 π. Χ ο ποιητής Μέλητος κατηγόρησε τον Σωκράτη για αθεΐα αλλά και για διαστρέβλωση των νέων. Κατήγοροι επίσης ήταν και ο Άνυτος και ο Λύκων. Οι κατηγορίες αυτές ήταν συνήθεις για τα άτομα που από πίσω κρύβονταν πολιτικά συμφέροντα. Χαρακτηριστικό είναι πως με την ίδια κατηγορία είχα δικαστεί τόσο ο Αισχύλος, τραγικός ποιητής, όσο και οι Αναξαγόρας και Πρωταγόρας, σπουδαίοι διαλογιστές. Φανερό της αβασιμότητας των κατηγοριών που του τέθηκαν είναι το γεγονός ότι η αρχαία ελληνική θρησκεία δεν είχε ούτε ιερό βιβλίο ούτε δόγμα (άρα ούτε και αιρέσεις). Μάλιστα ο Σωκράτης συμμετείχε και στις μεγάλες θρησκευτικές γιορτές των Αθηνών προκειμένου να μην προκαλέσει. Έτσι γίνεται αντιληπτό πώς η κατηγορία για αθεΐα είναι άτοπη. Περισσότερη αληθινή μοιάζει η κατηγορία για την «διαστρέβλωση» των νέων. Παρόλο που δεν ήταν διαστρέβλωση ακριβώς… Οι κατήγοροι εστίασαν στο γεγονός ότι πολλοί από τους μαθητές του Σωκράτη συμμετείχαν στην δικτατορία των τριάκοντα τυράννων και ισχυρίστηκαν ότι όσο ο Σωκράτης διδάσκει θα είναι και εμφανής ο φόβος νέων κρουσμάτων. Η δίκη του πραγματοποιήθηκε στο λαϊκό δικαστήριο της Ηλιαίας που απαρτιζόταν από 500 δικαστές. Στο πρώτο δικαστήριο, ο Σωκράτης κρίθηκε ένοχος με ψήφους 281 έναντι 220. Στο δεύτερο δικαστήριο που θα κρινόταν εάν ο Σωκράτης άξιζε να τιμωρηθεί με την θανατική ποινή οι ψήφοι υπέρ ήταν ακόμαπερισσότεροι..300 έναντι 201.Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι όταν ζητήθηκε απ’ τον Σωκράτη να αντιπροτείνει μια ποινή, όπως για παράδειγμα χρηματικό πρόστιμο ή εξορία, ο ίδιος ειρωνεύτηκε τους δικαστές και περιφρόνησε το δικαστήριο. Επίσης, μετά την δίκη, ο Σωκράτης έμεινε έναν μήνα περίπου στο κρατητήριο καθώς έλειπε το ιερό πλοίο των Αθηνών σε μια ιερή γιορτή στην Δήλο και δεν μπορούσε να εκτελεστεί η ποινή σύμφωνα με την παράδοση. Τότε, μαθητές του Σωκράτη που είχαν την δυνατότητα να τον βγάλουν από τη φυλακή και να τον φυγαδέψουν, εισέπραξαν την αρνητική απάντηση του φιλοσόφου καθώς όπως μας περιγράφει ο Πλάτωνας στο έργο του «Κρίτων» θα διέπραττε αδικία στους νόμους της πόλης που τον καταδίκασαν. Έτσι, ο μεγάλος Έλληνας φιλόσοφος ήπιε ψύχραιμα το κώνειο συζητώντας με τους φίλους του για την αθανασία της ψυχής και πέθανε μέσα στο κελί του δεσμωτηρίου του.

Ιησούς Χριστός
Ο Ιησούς Ναζωραίος ήρθε στον κόσμο για να φέρει πίσω την ελπίδα. Ο Ιησούς γεννήθηκε στην Ναζαρέτ περίπου το 8-2 π. Χ. Για τα παιδικά του χρόνια γνωρίζουμε ελάχιστα πράγματα και οι περισσότερες πληροφορίες για αυτόν μας έρχονται από την ομιλία του στην Συναγωγή και μετά. Το ιδιότυπο με τον Ιησού είναι ότι πληροφορίες γι’ αυτόν ξεκίνησαν να υπάρχουν πριν την γέννηση του από πολλούς προφήτες που περίμεναν τον ερχομό Του. Η διδασκαλία του, έκανε τον Ιησού σύντομα γνωστό και η φήμη του εξαπλώθηκε σε όλη τη χώρα, όχι μόνο στο βορρά και στις περιοχές της Γαλιλαίας άλλα και στο νότο με τα αστικά κέντρα και ιδιαίτερα στην ιερή πόλη του Ιουδαϊσμού, στα Ιεροσόλυμα. Ο λόγος του γέμιζε με αισιοδοξία τον λαό και ιδιαίτερα του καταπονημένους και νέους ανθρώπους που δεν άντεχαν πια την βαρβαρότητα των Βασιλέων και των ακολούθων τους. Στις πληροφορίες που έχουμε από τα Ευαγγέλια, λόγος γίνεται και για θαύματα που διετέλεσε ο Ιησούς και του επέκτειναν την φήμη και έκαναν πολύ περισσότερο κόσμο να πιστέψει τον θεανθρώπινο χαρακτήρα που ισχυριζόταν πως είχε. Ο Ιησούς κήρυξε στον κόσμο της υπαίθρου, στους ναούς και στις πόλεις και μίλησε για την εμπιστοσύνη που πρέπει να έχει άνθρωπος στο Θεό, δίδαξε τη συγχώρεση, και την υιοθέτηση μιας στάσης ζωής που να αγκαλιάζει με αγάπη τον συνάνθρωπο. Επίσης δίδαξε την ύπαρξη της αιώνιας ζωής που συνεχίζεται και μετά τον φυσικό θάνατο. Σε μια πολύ ταραγμένη εποχή, ο Ιησούς έδωσε ελπίδα στον κόσμο. Αυτό όμως δεν άρεσε καθόλου στους άρχοντες του τόπου διότι ήθελαν τον λαό υποταγμένο σε αυτούς. Η πάγια τακτική τους ήταν η τρομοκρατία. Τρομοκρατούσαν τον λαό ότι αν δεν ήταν έτσι όπως πρόσταζαν οι νόμοι ή η θρησκεία, θα υπόκεινται σε άγρια βασανιστήρια. Γι’ αυτούς ο βασιλιάς ήταν σαν θεός καθώς θεωρείτο ουσιαστικά απεσταλμένος του στη γη. Φαίνεται λογικό λοιπόν πως όταν εμφανίστηκε ένας άνθρωπος που μίλησε στην γλώσσα των απλών ανθρώπων, διατυπώνοντας τις καθημερινές σκέψεις τους, δίνοντας παράλληλα και σημάδια της θεότητας Του έπεισε τον λαό για πώς υπάρχει κάτι καλύτερο απ’ αυτό που ήδη ζει.  

Η δίκη και ο θάνατος του Χριστού
Ενώ ο Χριστός με τους μαθητές Του βρίσκεται στον κήπο της Γεσθημανής και ζει στιγμές αγωνίας, ο Ιούδας καθοδηγεί τη σπείρα και τους υπηρέτες των αρχιερέων και φαρισαίων οι οποίοι «μετά φανών, λαμπάδων και όπλων», φτάνουν κοντά στον Χριστό. Εκεί ο Ιούδας υποδεικνύει με φίλημα τον διδάσκαλό του.Ο Χριστός οδηγήθηκε στον Πιλάτο μετά τη νυχτερινή παράνομη δίκη του απότον Καϊάφα διότι το Συνέδριο των Ιουδαίων δεν είχε δικαίωμα να τον καταδικάσει σεθάνατο χωρίς την έγκρισή του. Οι Ρωμαίοι είχαν παραχωρήσει βέβαια τέτοιο δικαίωμα, «ίνα θανατώσωσι χωρίς αδείας ηγεμόνος», με βάση τον δικό τους νόμο, γεγονός που συνέβη και με τον πρωτομάρτυρα Στέφανο, αλλά αυτό δεν ίσχυε σε «πολιτικά» και «εγκληματικά» κακουργήματα. Όπως καταλαβαίνουμε, ο Ιησούς δεν μπορούσε να καταδικαστεί παρά μόνο για πολιτικό «κακούργημα» το οποίο ήταν ότι αποκάλεσε τον εαυτό του Βασιλιά των Ιουδαίων. Όταν ο Χριστός έφτασε τελικά μπροστά στον Πόντιο Πιλάτο, σύμφωνα με τις διηγήσεις των Ευαγγελίων, ο Ρωμαίος επίτροπος, παρουσιάζεται σαν να θέλει και να προσπαθεί να απαλλάξει τον Χριστό από τη θανατική καταδίκη. Ομολογεί, μάλιστα,μετά την ανάκρισή Του ότι δεν βρίσκει τίποτε επιλήψιμο εναντίον Του. Η επιμονήόμως των κατηγόρων του Ιησού Χριστού είναι ασφυκτική. Απορρίπτουν κάθε προσπάθειά του Πιλάτου να Τον απαλλάξει ακόμη και κατά τα καθιερωμένα με το δικαίωμα δηλαδή που είχε ως ηγεμόνας να ελευθερώνει, λόγω της γιορτής του Πάσχα, έναν κατάδικο. Γι' αυτό, όταν τους ρωτάει αν προτιμούν ν' αφήσει ελεύθερο τον Χριστό ή τον Βαραββά, εκείνοι επιλέγουν τον Βαραββά. Έπειτα, στο ερώτημά του τι να κάνει με τον Χριστό, κραυγάζουν: «Σταυρωθήτω!». Τον απειλούν μάλιστα ότι, αν δεν καταδικάσει εκείνον που παριστάνει τον βασιλέα, σημαίνει πως δεν είναι φίλος του καίσαρα!...
Το κείμενο της καταδικαστικής απόφασης εισέρχεται στο ουσιαστικό μέρος, που «κρίνει και καταψηφίζει» τον Χριστό «εις θάνατον». Τον χαρακτηρίζει ως επαναστάτη, ταραχοποιό, «άνθρωπον στασιώδη» εναντίον του μωσαϊκού νόμου και εναντίον του αυτοκράτορα Τιβέριου. Καθορίζει τη θανάτωσή Του διά σταυρώσεως με καρφιά. Δικαιολογεί την απόφαση αυτή με κατηγορίες κατά του Χριστού ότι τάχα προκαλούσε εξέγερση όχλου, πολλών πλουσίων και φτωχών στην Ιουδαία και κυρίως διότι εμφανιζόταν ως Υιός του Θεού και βασιλεύς του Ισραήλ. Επισημαίνει ακόμη,ως τόλμημα τη θριαμβευτική είσοδο και υποδοχή Του στα Ιεροσόλυμα, από πλήθος λαού, που τον επευφημεί ως άρχοντα νόμιμης εξουσίας. Δίνει επίσης εντολές για τη μαστίγωσή Του και τον εμπαιγμό Του, όπως να του φορέσουν πορφύρα, να τον στεφανώσουν με ακάνθινο στεφάνι και τέλος, να τον οδηγήσουν στον Γολγοθά προς τον οποίο θα πορεύεται κουβαλώντας ο ίδιος τον Σταυρό του μαρτυρικού θανάτου Του!

ΔΥΟ ΜΕΓΑΛΟΙ ΑΝΤΡΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ 
Από τα σύντομα βιογραφικά των δύο παραπάνω, τεράστιων προσωπικοτήτων,μπορούμε να διακρίνουμε πολλά, έντονα, κοινά σημεία. Τόσο στον κοινωνικό ρόλοτων δύο, στον τρόπο διδασκαλίας τους, στο ήθος τους, στην σχέση τους με τον λαόακόμα και στις θεολογικές τους αντιλήψεις. Φυσικά και στον θάνατο τους.Και οι δύο υπήρξαν μεγάλοι διδάσκαλοι. Μίλησαν στον λαό για πράγματαπου δεν είχε ξανακούσει. Αντιτάχθηκαν με σθένος στον «νόμο του ισχυρού» εκφράζοντας με παρρησία την άποψη τους παρόλο τον κίνδυνο. Και οι δύο πίστευαν ότι έχουν έρθει για κάποιο σκοπό στη γη και θα έκαναν τα πάντα για αυτό. Ήταν αναμφίβολα επαναστατικά σύμβολα διαφορετικών εποχών μεν, με διαφορετικό σκοπό ο καθένας. Στην ζωή τους υπήρξαν λιτοί. Δεν είχαν ούτε περιουσία, ούτε και την αναζήτησαν ποτέ. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Σωκράτης δεν ζήτησε ποτέ χρήματα για την πλούσια διδασκαλία που προσέφερε σε τόσο πολύ κόσμο. Το ίδιο βέβαια και ο Ιησούς ο οποίος ισχυριζόταν ότι τόσο πολύ σημαντική είναι η αγάπη που τα χρήματα δεν έχουν κανένα ρόλο. Μάλιστα όπως έλεγε «ο έχων 2 χιτώνες, να δίνει το έναν». Ανέπτυξαν με τους μαθητές τους σχέσεις στοργής καθώς ήταν πάντα ειλικρινείς και οι μαθητές καταλάβαιναν ότι τα λόγια τους δεν αποσκοπούσαν σε κάτι παρά στην εύρεση της αλήθειας. Παράλληλα βέβαια δημιούργησαν και πολλές αντιδικίες, μισήθηκαν όσο λίγοι, το ίδιο και οι υποστηρικτές τους. Στην περίπτωση ειδικά του Ιησού χιλιάδες υποστηρικτές τους θανατώθηκαν επειδή δεν πρόδωσαν την πίστη τους. Ακόμα και στα θρησκευτικά ζητήματα μπορούμε να σημειώσουμε έντονες ομοιότητες: Ο Σωκράτης συνήθιζε να λέει «Το θείον τοσούτον και τοιούτον εστί, ώσθ’ άμα πάντα ορά και πάντα ακούειν και πανταχού παρείναι και άμα πάντων επιμελείσθαι». Στην χριστιανική πίστη έχουμε «ο Θεός πανταχού παρών και τα πάντα πληρών». Από αυτό φαίνεται τόσο η σύνδεση του ελληνικού πνεύματος με την Ορθοδοξία όσο και η ομοιότητα των απόψεων των δύο σπουδαίων αντρών που αναφέρουμε. Επίσης κατά τον Σωκράτη, ο Θεός δεν φιλοσοφεί γιατί κατέχει την σοφία, φιλοσοφεί όμως ο άνθρωπος γιατί η ύπαρξη του είναι πεπερασμένη. Αυτό λέει και ο Ιησούς με την φράση του «εγώ ειμί το φως το αληθινόν» με την οποία καλεί τον κόσμο να ξεπεράσει την αμφιβολία και να ακολουθήσει την μία και μοναδική αλήθεια που την ενσαρκώνει στην γη ο Χριστός. Και το παζλ της ομοιότητας των δύο προσωπικοτήτων συμπληρώνεται με την δίκη και τον θάνατο τους. Αρχικά και οι δύο δικάστηκαν για τις απόψεις τους που έκαναν το «λάθος» να τις εκφράζουν δημόσια. Απόψεις που ήταν ανατρεπτικές και είχαν ανταπόκριση στον λαό. Όχι όμως και στις εξουσιαστικές αρχές που πάντοτε κάθε ψίθυρος διαφορετικός των παγιωμένων αντιλήψεων προκαλεί σ’ αυτές κρύο ιδρώτα. Δικάστηκαν με αφορμές οι οποίες ήταν ψεύτικες. Οι πραγματικοί λόγοι ήταν άλλοι. Τόσο στον Σωκράτη όσο και στον Ιησού φοβόντουσαν την δύναμη που είχαν οι λόγοι τους στον κόσμο και ήξεραν ότι εάν τους άφηναν να συνεχίζουν να εκφράζονται ελεύθερα θα οδηγούνταν σε άσχημα αποτελέσματα για τους ίδιους. Έπρεπε να τους αποσιωπήσουν με κάθε τίμημα, όσο ψεύτικη και αν ήταν η αφορμή. Και οι δύο ήξεραν το τέλος τους. Ο Χριστός σίγουρα πιο έντονα καθώς ήξερε τόσο ότι το βράδυ του μυστικού δείπνου θα τον πρόδιδε ο Ιούδας αλλά και ότι η συνέχεια θα ήταν η σταύρωση. Ο Σωκράτης, μπορεί να μην είχε το θεϊκό πνεύμα νατον καθοδηγεί. Ήξερε όμως, βάσει προϊστορίας που καταλήγουν οι «αλογόμυγες» (όπως αυτοαποκαλούταν) που ενοχλούν την εξουσία που καταλήγουν. Παρόλα αυτά όμως δεν σκέφτηκαν ποτέ να προτιμήσουν την ζωή από το θάνατο. Η καταδίκη του Σωκράτη στο δικαστήριο μοιάζει πάρα πολύ με αυτήν του Χριστού. Ο Σωκράτης στο δικαστήριο άκρα φιλοσοφικός δεν εκλιπάρησε, δεν έκλαψε, δεν κατέφυγε σε απολογίες αλλά συνέδεσε απόλυτα διδασκαλία και πράξεις. Ορθά ισχυρίστηκε ότι με το να αποδράσει όπως είχε την ευκαιρία να κάνει θα παρέβαινε τους νόμους της πόλης ο οποίος τόσο πολύ προασπιζόταν. Θα γινόταν δηλαδή και ο ίδιος άδικος. Ο Χριστός απ’ την άλλη ήξερε πώς μόνο με τον θάνατο και την μετέπειτα Ανάσταση Του θα μπορούσε να επιτευχθεί ο σκοπός της παρουσίας του στη γη. Γι’ αυτό και δεν υπέκυψε στις παρακλήσεις τόσων ανθρώπων που του ζητούσαν να χρησιμοποιήσει την θεϊκή του υπόσταση και να απαλλαχτεί από τον στρατό. Το έκανε 40 μέρες μετά...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου