Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

ΣΟΥΛΕΙΜΑΝ:«ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΠΑΡΑΙΤΗΘΗΚΑ, ΜΕ ΑΠΕΠΕΜΨΑΝ»

Σαμπιχά Σουλεϊμάν: Στο ΣΥΡΙΖΑ ήθελαν υποψήφιο τουρκικής συνείδησης
«Ουδέποτε παραιτήθηκα από υποψήφια ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, ναι με απέπεμψαν. Φαίνεται πως ήθελαν υποψήφιο τουρκικής συνείδησης» δήλωσε η Σαμπιχά Σουλεϊμάν για την απομάκρυνσή της από το ευρωψηφοδέλτιο του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Σαμπιχά Σουλεϊμάν: Στο ΣΥΡΙΖΑ ήθελαν υποψήφιο τουρκικής συνείδησης
Το ΣυΡιζΑ: Υπερασπιζόμαστε το Τουρκικό Προξενείο!
Η Σαμπιχά Σουλεϊμάν, μιλώντας στον ΣΚΑΪ, δήλωσε επίσης πως τη Δευτέρα το απόγευμα της τηλεφώνησε ο γραμματέας του ΚΠΕ του ΣΥΡΙΖΑ, Δημήτρης Βίτσας και της ανακοίνωσε την απόσυρσή της υποψηφιότητάς της χωρίς να της εξηγήσει το λόγο.
«H Kεντρική Επιτροπή ψήφισε υπέρ εμού, ήταν πολύ ξαφνικό... ναι, με απέπεμψαν. Φαίνεται πως ήθελαν υποψήφιο τουρκικής συνείδησης...» δήλωσε η κυρία Σουλεϊμάν, ενώ κατήγγειλε πως «πριν από κάποια χρόνια δέχθηκα επίθεση από ανθρώπους τούρκικης καταγωγής». «Θα το δούμε στην πορεία αν θα ξαναασχοληθώ με την πολιτική εμείς θέλουμε τα παιδιά μας να μαθαίνουν ελληνικά και να πηγαίνουν στα δημόσια σχολεία» τόνισε η Σουλεϊμάν.
Απάντηση για την απόσυρση της υποψηφιότητας της Σαμπιχά, έδωσε ο διευθυντής του Πολιτικού γραφείου του Αλέξη Τσίπρα, Νίκος Παππάς, μιλώντας στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΙ δηλώνοντας: «Ο ΣΥΡΙΖΑ παίρνει αποφάσεις όχι με βάση της μεγιστοποίηση των ποσοστών του αλλά βάσει και άλλων ισορροπιών που πρέπει να τηρούνται».

Πηγή: "Έθνος".

Σχόλιο ΔΕΡ
Η φράση αυτή της Σουλειμάν αποδεικνύει την φιλοτουρκική γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ. Αποδεικνύει δε, πόσο μεγάλη επιρροή και προπαγάνδα ασκεί το Τουρκικό Προξενείο!

ΠΡΟΣΕΞΕ ΕΛΛΗΝΑ ΤΗΝ ΨΗΦΟ ΣΟΥ!

ΤΟ 1972 Ο ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΑΝΑΚΗΡΥΧΘΗΚΕ "ΙΣΟΒΙΟΣ ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΕΕ"

Το είχαμε ξεχάσει και μάς το θύμισαν οι «ΙΟΙ» του «Jungle Report» με προ ολίγου ανάρτησή τους στο Facebook:
Τον Μάρτιο του 1972 η «Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών» ανακήρυξε τον Αρχηγό της 21ης Απριλίου Γεώργιο Παπαδόπουλο ισόβιο πρόεδρό της αναγνωρίζοντάς του την κατά 400% μείωση της φορολόγησης των μελών της. Εκείνη ακριβώς την εποχή, ο μεγάλος Αριστοτέλης Ωνάσης πρόσφερε στον Γιώργη και  την περίφημη βίλα στο Λαγονήσι, για να διαμένει χωρίς ενοίκιο...

Πηγή: εφημερίδα "Στόχος".

Ο ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΕΞΥΒΡΙΣΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ! ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ Ε. ΜΕΡΚΟΥΡΗ

Γράφει ένας εκ των διαχειριστών του "Δημοκρατικού Εθνικού Ρεύματος".

Λαλιώτης-Κωστόπουλος-Μιμή
Στα ΜΜΕ έχουν παρεισφρύσει παντού άθεοι, αμφισβητητές της Πατρίδας και των διαχρονικών αξίων της φυλής μας. Ένας απ΄ αυτούς είναι ο Πέτρος Κωστόπουλος, παρουσιαστής πρωινής εκπομπής στον τηλεοπτικό σταθμό Mega. Σε πρόσφατη εκπομπή του χαρακτήρισε τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό "τραμπούκο" επειδή διέλυσε τους εμποροπάγκους που έστησαν οι ασεβείς Εβραίοι μέσα στον Ναό του Θεού! Ο νόμος προβλέπει 6μηνη ποινή φυλάκισης αλλά δυστυχώς ο εισαγγελεύς εδώ δεν μπορεί να λειτουργήσει αυτεπάγγελτα...
Τον απάντησε αποστομωτικά όπως έπρεπε η τραγουδίστρια κ. Ειρήνη Μερκούρη. Ας διαβάσουμε (από το "Αγιορείτικο Βήμα" το βρήκαμε)΄ Συγκεκριμένα η τραγουδίστρια έγραψε:

"Κ. Κωστόπουλε σήμερα καταφέρατε να απογοητεύσετε σχεδόν όλη την Ελλάδα. Γιατί; Το μεγαλύτερο ποσοστό της Ελλάδας είναι Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Και κάνατε το τεράστιο λάθος να χλευάσετε τον Δημιουργό των Πάντων τον Υιό του Θεού, τον Ιησού Χριστό τον οποίο αποκαλέσατε τραμπούκο και ότι τους έσπασε στο ξύλο όλους. Και σας ρωτώ καταλάβατε τι κάνατε; Προφανώς επειδή δεν καταλάβατε τι κάνατε, σας θυμίζω λοιπόν εγώ ως αμαρτωλή...
...ότι εκείνος ο Ιησούς Χριστός ο οποίος χλευάσατε και αποκαλέσατε τραμπούκο ήρθε σε αυτό τον κόσμο για να χύσει το αίμα του για εμάς τους αμαρτωλούς! Πως είναι δυνατόν εσείς που είστε παράδειγμα οικογενειάρχη; Πως είναι δυνατόν να βγαίνετε δημοσίως και να χλευάζετε τον Ιησού Χριστό τον Δημιουργό των Πάντων αντί αν είστε το παράδειγμα και μέσα από το βήμα που σας έχει δώσει ο ίδιος ο Θεός να τον ευχαριστείτε και να τον υπερασπίζεστε;
Και όχι να είστε ένας από αυτούς που τον σταύρωσαν! Εγώ λοιπόν ως μερίδα των Ορθόδοξων Χριστιανών που παρακολουθούν την εκπομπή σας θα ήθελα πάρα πολύ να σκεφτείτε και να καταλάβετε πάρα πολύ καλά πόσο στεναχωρήσατε τον Ιησού Χριστό! Σήμερα Μεγάλη Εβδομάδα, την Εβδομάδα των Παθών! Και να γονατίσετε μπροστά στο φακό της τηλεόρασης στο ίδιο σημείο που τον χλευάσατε και να του ζητήσετε ταπεινά συγγνώμη δημοσίως. Να είστε σίγουρος ότι αυτό θέλω να δει εκείνος και όλοι εμείς οι αμαρτωλοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί που παρακολουθούσαμε την εκπομπή σας! Ελπίζω να καταλάβατε σύντομα το λάθος σας απέναντι στον Ιησού Χριστό!".

Κανονικά σε τέτοιους κατ΄ όνομα "ανθρώπους" δεν πρέπει να απαντάς ή να ασχολείσαι αλλά η βλασφημία πρέπει να συντρίβεται!!!

Η ΖΩΟΔΟΧΟΣ ΠΗΓΗ

Την Παρασκευή της Διακαινησίμου, η Eκκλησία μας εορτάζει την εορτή της Zωοδόχου Πηγής. H εορτή αυτή ανήκει στις λεγόμενες κινητές εορτές του εκκλησιαστικού έτους. Kινητές λέγονται οι εορτές του Tριωδίου και του Πεντηκοσταρίου, που έχουν ως κέντρο την ημέρα του Πάσχα. Oι εορτές αυτές ονομάζονται κινητές, γιατί δεν έχουν σταθερή ημερομηνία, εν αντιθέσει με τις άλλες εορτές του εκκλησιαστικού έτους που έχουν σταθερά ημερομηνία και λέγονται ακίνητες. Των κινητών εορτών η ημερομηνία κάθε χρόνο αλλάζει.
Eξαρτάται από την ημερομηνία του Πάσχα. Όταν το Πάσχα είναι πρώιμο, έρχονται και αυτές ενωρίτερα· όταν το Πάσχα είναι όψιμο, αυτές έρχονται αργότερα. H εορτή της Zωοδόχου Πηγής εορτάζεται την Παρασκευή της Διακαινησίμου, δηλαδή την εβδομάδα που ακολουθεί αμέσως μετά το Πάσχα. Mετά την Aνάσταση είναι η πρώτη εορτή του Πεντηκοσταρίου. Eορτάζεται την ωραία εποχή της ανοίξεως μέσα στο κλίμα της πασχαλινής χαράς και αγαλλιάσεως.
H Zωοδόχος Πηγή είναι μία εορτή πρός τιμήν της Παναγίας. δεν έχει σχέση με τη ζωή της υπεραγίας Θεοτόκου, όπως οι άλλες γνωστές θεομητορικές εορτές, λόγου χάριν τα Eισόδια, ο  Eυαγγελισμός ή η Kοίμησις της Θεοτόκου. H εορτή αυτή έχει σχέση με τις θαυμαστές επεμβάσεις της Παναγίας πρός σωτηρίαν δυστυχών και ταλαιπώρων ανθρώπων που την επικαλέσθηκαν με πίστη.
H Zωοδόχος Πηγή μας υπενθυμίζει τα θαύματα, που έκανε η Παναγία σε ένα ορισμένο ναό της στον τόπο εκείνο που προκαλεί τη συγκίνηση κάθε Έλληνος. [...]

Πηγή: "Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας".

Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΣ

Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος ανήκει στη χορεία των μεγαλομαρτύρων και είναι από τους λαοφιλεστέρους Αγίους της Εκκλησίας μας. Έζησε κατά τα τέλη του 3ου αιώνος μ.Χ. και τας αρχάς του 4ου επί της βασιλείας του Διοκλητιανού.
Η εποχή του υπήρξε εποχή σκληρών διωγμών και εξοντωτικών κατά της Χριστιανικής Πίστεως. Ο Γεώργιος είχε μεγάλο αξίωμα. Ήτο κόμης και διακρινόταν σ' όλες τις στρατιωτικές επιχειρήσεις για την γενναιότητά του και την ανδρεία του.
Παρ' όλη τη δόξα όμως και τις τιμές δεν αρνήθηκε να θυσιάση τα πάντα και να ομολογήση με παρρησία ενώπιον του αυτοκράτορος και πολλών αρχόντων την χριστιανική του πίστιν. Υπέμεινε βασανιστήρια πολλά και φρικτά που στο τέλος τον ανέδειξαν Μεγαλομάρτυρα.
Πολλά είναι τα θαύματα του Αγίου Γεωργίου. Όχι μόνον αυτά που αναφέρονται στο μικρό αυτό φυλλάδιο, αλλά και πολλά άλλα που πάντοτε και σήμερα εκτελεί σ' όσους προσφεύγουν με πίστι στις πρεσβείες του. Πολλοί ναοί τιμώνται επ' ονόματι του Αγίου Γεωργίου, δείγμα κι' αυτό της αγάπης του λαού προς τον Άγιον, και πολλοί φέρουν το όνομά του. Δείγμα τιμής από μέρους μας προς τον Άγιον, αγαπητέ αναγνώστα, είναι βέβαια και ο εορτασμός της μνήμης του και αι πανηγύρεις, αλλά πιο μεγάλο δείγμα τιμής είναι η μίμησις της αγίας ζωής του, γιατί «τιμή μάρτυρος» είναι η «μίμησις μάρτυρος». Μίμησις της ομολογίας, της μαρτυρικής, της αγίας ζωής του.

Ομολογητής ο κόμης Γεώργιος
Ο Μεγαλομάρτυς Γεώργιος γεννήθηκε στην Καππαδοκία από ευσεβείς γονείς, και έμεινε ορφανός από πατέρα σε ηλικίαν δέκα ετών. Η μητέρα του τον έφερε μαζί της στην Παλαιστίνη όπου ήταν η Πατρίδα της και είχε και τα κτήματά της. Ο Γεώργιος καίτοι νεαρός κατατάχθηκε στο στρατό, όπου μάλιστα προήχθη σε μεγάλα αξιώματα, ώστε να παίρνη μέρος και στις συνελεύσεις των ανωτάτων αξιωματούχων του Κράτους. Ο Διοκλητιανός τον εκτιμούσε πολύ.
Από την εποχή του αυτοκράτορος Δεκίου μέχρι την εποχή που ανέλαβε τον θρόνον ο Διοκλητιανός, το 284 μ. Χ., η Χριστιανική Εκκλησία επειδή είχεν ειρήνη αυξήθηκε πάρα πολύ. Οι Χριστιανοί είχαν πάρει πολλές δημόσιες θέσεις, είχαν κτίσει πολλούς και μεγάλους ναούς, είχαν κτίσει σχολεία και είχαν οργανώσει και την διοίκηση και την διαχείρισι των εκκλησιών και της Φιλανθρωπίας.
Ο Διοκλητιανός όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του εργάσθηκε στην αρχή για την οργάνωσι του αχανούς Κράτους του. Προσέλαβε στρατηγούς ως βοηθούς του και τους ωνόμασε αυτοκράτορας και Καίσαρας και αφού επέτυχε να υποτάξη τους εχθρούς του Κράτους του, και να σταθεροποιήση τα σύνορά του, στράφηκε στα εσωτερικά ζητήματα. Δυστυχώς στράφηκε εναντίον της Χριστιανικής θρησκείας για ν' ανορθώση την ειδωλολατρίαν και θεοποιήση την ιδέα του αυτοκράτορος. Γι΄ αυτό λοιπόν τον λόγον εκάλεσε τους βοηθούς του Καίσαρα το 303 μ. Χ. και τους στρατηγούς στην πρωτεύουσα του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους σε τρεις γενικές συγκεντρώσεις. Μεταξύ τους βρισκόταν και ο Γεώργιος που διακρίθηκε πολλές φορές στους πολέμους.
Συγκεντρώθηκαν λοιπόν όλοι, για να πάρουν αποφάσεις για την εξόντωσι και τον αφανισμό της χριστιανικής πίστεως. Πρώτος εμίλησε ο Διοκλητιανός και επέβαλε σ' όλους ν' αναλάβουν τον εξοντωτικό αγώνα εναντίον του Χριστιανισμού. Όλοι υποσχέθηκαν ότι θα καταβάλουν κάθε προσπάθεια, για να εξαλείψουν την Χριστιανική θρησκεία από το Ρωμαϊκό Κράτος. Τότε ο γενναίος Γεώργιος στάθηκε στον μέσον του συνεδρίου και είπε: Γιατί, βασιλεύ και άρχοντες, θέλετε να χύσετε αίμα δίκαιον και άγιον και να εξαναγκάσετε τους χριστιανούς να προσκυνούν και να λατρεύουν τα είδωλα; Και διεκήρυξε την αλήθεια της Χριστιανικής θρησκείας και την Θεότητα του Χριστού.
Μόλις ετελείωσε, συγχύσθηκαν όλοι με την ομολογία του αυτή, και προσπάθησαν να τον πείσουν να μετανοήση για όσα είπε για να καταπραϋνθή και ο Διοκλητιανός. Αλλά ο Γεώργιος ήταν σταθερός και με θάρρος διεκήρυττε την χριστιανικήν πίστιν του.

Στη φυλακή. Βασανιστήρια
Ωργισμένος ο Διοκλητιανός διέταξε να τον κλείσουν στην φυλακή και να του περισφίξουν τα πόδια του στο ξύλο και πάνω στο στήθος του να του βάλουν μεγάλη και βαρειά πέτρα, αφού τον ξαπλώσουν ανάσκελα.
Το άλλο πρωί ο Διοκλητιανός διέταξε να του παρουσιάσουν τον Γεώργιον, για να τον ανακρίνη. Και πάλιν ο Γεώργιος έμεινε ακλόνητος στην ομολογία του, και παρ' όλες τις κολακείες και τις υποσχέσεις που του έδωσε ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός, διεκήρυττε την πίστι του και μιλούσε για τους ουράνιους θησαυρούς. Τότε, αφού ωργίσθηκε ο Διοκλητιανός, διέταξε τους δημίους να δέσουν τον Άγιον σ' ένα μεγάλον τροχόν για να κομματιασθή το σώμα του. Μάλιστα ειρωνεύθηκε την ανδρεία του Αγ. και τον κάλεσε να προσκυνήση τα είδωλα. Ο Άγιος Γεώργιος ευχαρίστησε τον Θεόν που τον αξίωνε να δοκιμασθή και δέχθηκε με ευχαρίστησι να υποστή το φοβερό αυτό μαρτύριο, με το οποίον θα κομματιαζόταν σε μικρά και λεπτά κομμάτια ολόκληρο το σώμα του, επειδή γύρω - γύρω από τον τροχόν υπήρχαν μπηγμένα κοφτερά σίδερα, που έμοιαζαν με μαχαίρια. Πράγματι μόλις ο τροχός κινήθηκε, τα κοφτερά σίδερα άρχισαν να κόβουν το σώμα του. Τότε ακούσθηκε μια φωνή από τον ουρανόν που έλεγε: «Μη φοβάσαι Γεώργιε, γιατί εγώ είμαι μαζί σου» και αμέσως ένας άγγελος ελευθέρωσε τον άγιον, αφού τον έλυσε από τον τροχόν και θεράπευσε όλο το καταπληγωμένο σώμα του.
Ο Γεώργιος αφού απέκτησε το θαυμάσιο παράστημά του και με αγγελικήν όψι παρουσιάστηκε στο Διοκλητιανό που με άλλους είχε πάει να κάνη θυσία. Μόλις τον είδαν, έμειναν όλοι έκθαμβοι και απορημένοι. Μάλιστα μερικοί ισχυρίζοντο ότι είναι κάποιος που του μοιάζει, και άλλοι ότι είναι φάντασμα. Όπως εσχολίαζαν το γεγονός εμφανίσθηκαν μπροστά στο βασιλιά δύο από τους αξιωματικούς του, ο Πρωτολεών και ο Ανατόλιος με χίλιους στρατιώτες και ωμολόγησαν την πίστι τους στον Χριστό. Ο Διοκλητιανός θύμωσε τόσο που έγινε έξαλλος και διέταξε να τους σκοτώσουν, πράγμα που έγινε.
Έπειτα διέταξε να γεμίσουν αμέσως ένα λάκκον με ασβέστη και νερό και να ρίξουν μέσα τον Γεώργιον και να τον αφήσουν τρεις ημέρες και τρεις νύκτες, έτσι που να διαλυθούν και αυτά τα κόκκαλά του.
Οι δήμιοι πράγματι έρριξαν τον Άγιο στο ζεματιστό ασβέστη και έκλεισαν και το στόμιο του λάκκου. Ύστερα από τρεις ημέρες ο Διοκλητιανός έστειλε στρατιώτες ν' ανοίξουν τον λάκκο, οπότε βρήκαν τον Άγιον Γεώργιον όρθιον μέσα στον ασβέστη και προσευχόταν. Το γεγονός εντυπωσίασε και προκάλεσε θαυμασμό και ενθουσιασμό στο λαό που εφώναζε ότι «ο Θεός του Γεωργίου είναι Μεγάλος». Και ο Διοκλητιανός ζήτησε εξηγήσεις από τον Γεώργιον, πού έμαθε τις μαντικές τέχνες και πώς τις χρησιμοποιεί. Ο Γεώργιος τότε του απάντησε ότι ήταν τα γεγονότα αποτελέσματα της Θείας Χάριτος και Δυνάμεως και όχι έργα μαγείας και γοητείας.
Ο Διοκλητιανός ωργισμένος διέταξε να του φορέσουν πυρακτωμένα παπούτσια με σιδερένια καρφιά και να τον εξαναγκάζουν να περιπατή. Και ο άγιος προσευχόταν και περιπατούσε χωρίς να πάθη τίποτα. Πάλιν διέταξε να τον φυλακίσουν και σκέφθηκε να συγκαλέση τους άρχοντες, για να συσκεφθούν τι έπρεπε να κάμουν στον Γεώργιον. Και αφού τον έδειραν τόσον πολύ με μαστίγια και κατεπλήγωσαν ολόκληρο το σώμα του αγίου, τον παρουσίασαν στον Διοκλητιανό, ο οποίος έμεινε έκπληκτος βλέποντας τον Γεώργιον να λάμπη σαν Άγγελος. Σκέφθηκε λοιπόν, ότι αυτό το φαινόμενο γίνεται με τις μαγείες. Γι' αυτό κάλεσε τον μάγον Αθανάσιον, για να λύση τα μάγια του Γεωργίου.

Μένει αβλαβής απ' το δηλητήριον
Ήλθε πράγματι ο μάγος Αθανάσιος και κρατούσε στα χέρια του δυο πήλινα αγγεία, στα οποία υπήρχε δηλητήριον. Μάλιστα στο πρώτον υπήρχε το δηλητήριον που αν το έπινε κανείς θα τρελαινόταν και στο δεύτερο, τέτοιο, ώστε πίνοντάς το να πεθάνη.
Πράγματι ωδήγησαν τον άγιο στο Διοκλητιανό και στον μάγο Αθανάσιον. Ο βασιλεύς διέταξε να του δώσουν να πιη το πρώτον δηλητήριον. Και ο άγιος χωρίς δισταγμό ήπιε το δηλητήριον του πρώτου δοχείου αφού προηγουμένως προσευχήθηκε λέγοντας «Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ο ειπών καν θανάσιμόν τε πίωσιν ου μη αυτούς βλάψη θαυμάστωσον νυν τα ελέη σου». Και δεν έπαθε τίποτα απολύτως.
Μόλις είδαν ότι δεν έπαθε τίποτα, ο βασιλεύς διέταξε να του δώση ο μάγος και το δεύτερον το θανάσιμον. Το ήπιε και αυτό χωρίς να πάθη το παραμικρό. Τότε όλοι έμειναν έκπληκτοι μόλις είδαν το θαύμα αυτό. Ο Διοκλητιανός εξακολουθούσε να επιμένη ότι για να μην πεθάνη ο Γεώργιος είχε δικά του μάγια. Ο μάγος Αθανάσιος που ήξερε πόσο δραστικά ήταν τα δηλητήρια που έδωσε στον Άγιο Γεώργιο αφού εγονάτισε μπροστά στον μάρτυρα ωμολόγησε την Πίστιν του στον Αληθινόν Θεόν. Τότε ο Διοκλητιανός διέταξε και εφόνευσαν τον Αθανάσιον αμέσως. Εκείνη την στιγμή έφθασε και η γυναίκα του Διοκλητιανού Αλεξάνδρα, η οποία ωμολόγησε την πίστιν της στον Αληθινόν Θεόν. Και ο σκληρός και άκαρδος Διοκλητιανός διέταξε να την φυλακίσουν και την επομένην να της κόψουν το κεφάλι. Η Αλεξάνδρα ενώ προσευχόταν στην φυλακή παρέδωσε την ψυχή της στα χέρια του Θεού.

Μαρτυρικόν τέλος του Μεγαλομάρτυρος
Ο άγιος Γεώργιος κλείσθηκε στην φυλακή και την νύκτα είδε στο όνειρό του τον Χριστόν, ο οποίος του ανήγγειλε ότι θα πάρη τον στέφανον του μαρτυρίου και θα αξιωθή της αιωνίου ζωής. Σαν εξημέρωσε διατάχθηκαν οι στρατιώτες να παρουσιάσουν μπροστά του τον άγιον. Πράγματι ο Άγιος Γεώργιος εβάδιζε γεμάτος χαρά προς τον βασιλέα, επειδή προγνώριζε ότι έφθασε το τέλος του. Μόλις λοιπόν τον αντίκρυσε ο Διοκλητιανός του πρότεινε να πάνε στο ναό του Απόλλωνος για να θυσιάση στο είδωλόν του. Αφού μπήκε ο Γεώργιος στο ναό εσήκωσε το χέρι του και αφού έκανε το σημείο του σταυρού διέταξε το είδωλον να πέση. Αμέσως το είδωλον έπεσε και κομματιάσθηκε.
Ο ιερέας των ειδώλων και ο λαός τόσον πολύ εθύμωσαν που φώναζαν στον Βασιλέα να θανατώση τον Γεώργιον. Ο Διοκλητιανός εξέδωκε τότε διαταγήν, και ο δήμιος του απέκοψε την κεφαλήν. [...]

Πηγή: "Ορθόδοξος Συναξαριστής".

ΟΙ ΝΕΟΦΑΝΕΙΣ ΑΓΙΟΙ ΡΑΦΑΗΛ, ΝΙΚΟΛΑΟΣ & ΕΙΡΗΝΗ

Οι Άγιοι Ραφαήλ, Νικόλαος και Ειρήνη συγκαταλέγονται στη χορεία των Νεοφανών Αγίων και μάλιστα εκείνων που μαρτύρησαν σχεδόν αμέσως μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Σχετικά με τον βίο τους γνωρίζουμε λίγα πράγματα. Οι πρώτες πληροφορίες για την ύπαρξη των Αγίων ιστορούνται με θαυματουργικό και αποκαλυπτικό τρόπο από το έτος 1959 μ.Χ. Από μία ανασκαφή που έγινε στη Θερμή της Λέσβου, ανακαλύφθηκε ο τάφος ενός αγνώστου προσώπου, που όπως αποκαλύφθηκε σε συνεχή οράματα, ανήκε στον Άγιο Ιερομάρτυρα Ραφαήλ, ο οποίος μαρτύρησε μαζί με τον Άγιο Οσιομάρτυρα Νικόλαο και την Αγία Ειρήνη. Ο τάφος και το λείψανο του Αγίου Νικολάου ανακαλύφθηκε στις 13 Ιουνίου 1960 μ.Χ.

Άγιος Ραφαήλ
Ο Άγιος Ραφαήλ καταγόταν από τους Μύλους της Ιθάκης και γεννήθηκε το έτος 1410 μ.Χ. Το κοσμικό του όνομα ήταν Γεώργιος Λάσκαρης ή Λασκαρίδης και ο πατέρας του ονομαζόταν Διονύσιος. Πριν γίνει κληρικός είχε σταδιοδρομήσει στο βυζαντινό στρατό και έφθασε μάλιστα σε μεγάλο βαθμό. Σε ηλικία τριάντα πέντε ετών γνώρισε ένα ασκητικό και σεβάσμιο γέροντα, τον Ιωάννη, ο οποίος τον προσείλκυσε στην εν Χριστώ ζωή. Κάποια Χριστούγεννα ο γέροντας κατέβηκε από τον τόπο της ασκήσεώς του, για να εξομολογήσει και να κοινωνήσει τους στρατιώτες και κήρυξε τον λόγο του Θεού. Τότε ο αξιωματικός Γεώργιος, όταν ο γέροντας κατέβηκε πάλι τα Θεοφάνεια, αποχαιρέτισε τους στρατιώτες και τον ακολούθησε.
Μετά την κουρά του σε μοναχό, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, αλλά τιμήθηκε και με το οφίκιο του αρχιμανδρίτη και του πρωτοσύγκελου. Μαζί δε με τις άλλες αποκαλύψεις, ο Άγιος Ραφαήλ αποκάλυψε ότι απεστάλη από τον Οικουμενικό Πατριάρχη στην Εσπερία, στην πόλη της Γαλλίας που ονομάζεται Μορλαί, για να εκπληρώσει την εντολή που του ανατέθηκε. Το γεγονός αυτό έλαβε χώρα λίγο πριν από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Ακόμη απεκάλυψε ότι κήρυξε τον λόγο του Ευαγγελίου στην Αθήνα, στο λόφο που είναι το μνημείο του Φιλοπάππου.
Λίγα χρόνια πριν από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, περί το έτος 1450 μ.Χ., ο Άγιος βρέθηκε μετά από περιπλανήσεις στην περιοχή της Μακεδονίας και μόναζε εκεί.

Άγιος Νικόλαος
Κοντά στον Άγιο Ραφαήλ βρισκόταν εκείνο το διάστημα ο Άγιος Νικόλαος ως υποτακτικός. Ο Νικόλαος εκάρη μοναχός και στη συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος. Θεωρείται Θεσσαλονικεύς στην καταγωγή, αν και αναφέρεται ότι γεννήθηκε στους Ράγους της Μηδίας της Μικράς Ασίας. Ωστόσο μεγάλωσε και ανδρώθηκε στη Θεσσαλονίκη.
Μόλις έπεσε η Κωνσταντινούπολη στα χέρια των Τούρκων, οι οποίοι εισέβαλαν ορμητικά στη Θράκη και καταλύθηκε οριστικά η βυζαντινή αυτοκρατορία, ο φόβος για γενικούς διωγμούς κατά των Χριστιανών στάθηκε ως αφορμή να καταφύγει ο Άγιος Ραφαήλ με την συνοδεία του από το λιμάνι της Αλεξανδρουπόλεως, στη Μυτιλήνη. Εκεί εγκαταστάθηκε μαζί με άλλους μοναχούς στην παλαιά μονή του Γενεσίου της Θεοτόκου, η οποία στο παρελθόν ήταν γυναικεία και ήταν χτισμένη στο λόφο Καρυές, κοντά στο χωριό Θέρμη. Ηγούμενος της μονής εξελέγη στην συνέχεια ο Άγιος Ραφαήλ.
Έπειτα από μερικά χρόνια, το έτος 1463 μ.Χ., η Λέσβος έπεσε στα χέρια των Τούρκων, οι οποίοι σε μια επιδρομή τους στο μοναστήρι, συνέλαβαν τον Άγιο Ραφαήλ και τον Άγιο Νικόλαο, τη Μεγάλη Πέμπτη του ιδίου έτους. Ακολούθησαν σκληρά και ανηλεή βασανιστήρια και ο Άγιος Ραφαήλ μαρτύρησε διά σφαγής με πολύ σκληρό τρόπο. Τον έσυραν βιαίως τραβώντας τον από τα μαλλιά και την γενειάδα, τον κρέμασαν από ένα δένδρο, τον χτύπησαν βάναυσα, τον τρύπησαν με τα πολεμικά τους όργανα, αφού προηγουμένως τα πυράκτωσαν σε δυνατή φωτιά και τελικά τον έσφαξαν πριονίζοντάς τον από το στόμα.
Σε μερικές εμφανίσεις του ο Άγιος Ραφαήλ φαίνεται να συνοδεύεται από πολλούς, δορυφορούμενους τρόπον τινά, οι οποίοι διάνυσαν πριν από αυτόν τον ασκητικό βίο στη μονή των Καρυών, όπως είπε σε εκείνους που τα έβλεπαν αυτά. Αποκάλυψε επίσης, ότι η μονή αυτή, η οποία είναι γυναικεία, υπέστη επιδρομή από τους αιμοχαρείς πειρατές κατά το έτος 1235 μ.Χ. Κατά την επιδρομή εκείνη αγωνίσθηκε μαζί με τις άλλες μοναχές τον υπέρ του Χριστού καλό αγώνα η καταγόμενη από την Πελοπόννησο ηγουμένη Ολυμπία και η αδελφή της Ευφροσύνη. Η Ολυμπία τελειώθηκε αθλητικώς στις 11 Μαΐου του έτους 1235 μ.Χ., εμφανίσθηκε δε μαζί με τον μεγάλο και θαυματουργό Άγιο Ραφαήλ.
Ο Άγιος Νικόλαος πέθανε μετά από βασανισμούς, από ανακοπή καρδιάς, δεμένος σε ένα δένδρο.

Αγία Ειρήνη
Μαζί με τους Αγίους συνάθλησε και η μόλις δώδεκα χρονών νεάνιδα Ειρήνη, θυγατέρα του Βασιλείου, προεστού της Θέρμης, η οποία και εμφανίζεται μαζί τους. Αυτή μαρτύρησε ως εξής: Οι ασεβείς αλλόθρησκοι της απέκοψαν το ένα χέρι και ακολούθως την έβαλαν σε ένα πιθάρι και κατέκαυσαν την αγνή αυτή παρθένο, υπό τα βλέμματα των δύστυχων γονέων της, οι οποίοι και θρηνούσαν γοερά για τον φρικτό θάνατο του παιδιού τους.
Με τους Αγίους συνεμαρτύρησαν ο μνημονευθείς πατέρας της Αγίας Ειρήνης, Βασίλειος, η σύζυγός του Μαρία, το μόλις πέντε ετών παιδί τους Ραφαήλ, η ανεψιά τους Ελένη, ο δάσκαλος Θεόδωρος και ο ιατρός Αλέξανδρος, των οποίων τα οστά βρέθηκαν κοντά στους τάφους των Αγίων, μέσα σε ξεχωριστούς τάφους. Το μαρτύριό τους συνέβη την Τρίτη της Διακαινησίμου, στις 9 Απριλίου του έτους 1463 μ.Χ.
Έπειτα από θαυματουργικές υποδείξεις των Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης, έγινε γνωστή η ύπαρξη των λειψάνων τους και υποδείχθηκαν τα σημεία όπου βρίσκονταν οι τάφοι τους.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Τὴ τῶν Μαρτύρων θαυμαστὴ προστασία, τῶν ἐν Θερμῇ ἠμὶν ἀρτίως φανέντων, ἀπὸ ψυχῆς προσπέσωμεν κραυγάζοντες· Ραφαὴλ μακάριε, καὶ Νικόλαε θεῖε, καὶ Εἰρήνη πάνσεμνε, πάσης ρύσασθε βλάβης, καὶ ἀναγκῶν καὶ πάσης ἀπειλῇς, τοὺς τὴ πρεσβεία ὑμῶν καταφεύγοντας.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἐν Λέσβῳ, ἀθλήσαντες, ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, αὐτὴν ἡγιάσατε, τῇ τῶν Λειψάνων ὑμῶν, εὑρέσει μακάριοι. Ὅθεν ὑμᾶς τιμῶμεν, Ῥαφαὴλ θεοφόρε, ἅμα σὺν Νικολάῳ καὶ παρθένῳ Εἰρήνῃ, ὡς θείους ἡμῶν προστάτας καὶ πρέσβεις πρὸς Κύριον.

Πηγή: "Ορθόδοξος Συναξαριστής".

Η "ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΣ" ΕΒΔΟΜΑΔΑ

Ολόκληρη η εβδομάδα από το άγιο Πάσχα μέχρι την επομένη Κυριακή, δηλαδή, την Κυριακή του Θωμά, λέγεται «διακαινήσιμος».

Γιατί ονομάζεται έτσι;
Στην πάλαια εποχή στην Εκκλησία υπήρχε η τάξη των Κατηχουμένων, όσων δηλ. προέρχονταν από τους ειδωλολάτρες ή τους Ιουδαίους και διδάσκονταν τις αλήθειες της χριστιανικής πίστεως για να γίνουν μέλη της με το μυστήριο του Βαπτίσματος. Το Βάπτισμα δεν ήταν τότε ατομικό ή οικογενειακό γεγονός, όπως σήμερα, αλλά γεγονός που αφορούσε το πλήρωμα της Εκκλησίας. Γι’ αυτό οι Κατηχούμενοι βαπτίζονταν ομαδικά κατά τη νύχτα του Μ. Σαββάτου προς την Κυριακή του Πάσχα. Με το βάπτισμα στο νερό ο «παλαιός άνθρωπος», ο άνθρωπος της αμαρτίας με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος πεθαίνει και γεννιέται ο νέος, ο ανακαινισμένος, ο καινούριος που ζει την αναγέννηση, την ανανέωση.
Η εβδομάδα που ακολουθούσε το Πάσχα ονομάζεται «διακαινήσιμος» γι’ αυτό το γεγονός της ανακαινίσεως. Επειδή οι βαπτισμένοι ολόκληρη την εβδομάδα φορούσαν λευκά φορέματα ονομάζεται και «λευκή εβδομάδα».
Οι εφτά ημέρες της διακαινησίμου εβδομάδας θεωρούνται ως «μία» ημέρα, όπως η Κυριακή του Πάσχα. Οι πιστοί σύμφωνα με τον 66ο Κανόνα της Έκτης Οικουμενικής Συνόδου πρέπει να τη γιορτάζουν με πνευματική ευφροσύνη, δηλ. ψάλλοντας ψαλμούς και ύμνους, όχι με χορούς και διασκεδάσεις, συμμετέχοντας όλη την εβδομάδα στη λατρεία της Εκκλησίας κοινωνώντας καθημερινά, άν και την προηγουμένη ημέρα έφαγαν αρτύσιμα φαγητά, συνανιστάμενοι με τον αναστημένο Κύριο. Κατά τη διακαινήσιμη εβδομάδα τρώμε κρέας και την Τετάρτη και την Παρασκευή. Ο πένθιμος χαρακτήρας της νηστείας δεν έχει θέση στο γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού. «Κατά δε την εβδομάδα της Διακαινησίμου ακινδύνως κρεωφαγήσομεν (να τρώμε κρέας) κατά την αυτής Τετράδα και Παρασκευήν· ως μία γαρ λογίζεται Κυριώνυμος το επταήμερον τούτο διάστημα».
Κατά τη διακαινήσιμη εβδομάδα ψάλλεται καθημερινά η ακολουθία του Πάσχα χωρίς το «Δεύτε λάβετε φως», που είναι μεταγενέστερη συνήθεια και που δεν αναφέρεται στα έντυπα Πεντηκοστάρια. Η ακολουθία αυτή έγινε κατά μίμηση της ακολουθίας του «αγίου φωτός» του ναού του Παναγίου Τάφου των Ιεροσολύμων.
Και γιατί γιορτάζουμε κάθε χρόνο τη «Διακαινήσιμο» εβδομάδα; Πολλοί απαντούν. Για λόγους ιστορικούς. Η Εκκλησία δεν ζει όμως με το παρελθόν. Ο λόγος του εορτασμού είναι καθαρά πνευματικός. Ποιός; Επειδή λόγω των αμαρτιών μας μολύνουμε τον λευκό χιτώνα του βαπτίσματος χρειαζόμαστε με τη μετάνοια εξαγιασμό. Χρειάζεται πάλι να γίνουμε ναός του Αγίου Πνεύματος. Όπως λέει ο απ. Παύλος «εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν» (Ρωμ. 6,4). Χρειαζόμαστε λοιπόν εγκαίνια, αναγέννηση, ανανέωση. «Εγκαινίζεσθε, αδελφοί», λέει ένα τροπάριο, «και αφού αφήσετε τον παλαιό άνθρωπο να ζείτε την καινούρια ζωή». Ή όπως ψάλλει ένας άλλος ύμνος: «Επίστρεψε στον εαυτό σου άνθρωπε! Γίνε καινούριος, αντί παλιός και γιόρταζε τα εγκαίνια (την ανανέωση) της ψυχής σου. Όσο είναι καιρός η ζωή σου ας αναγεννηθεί».
Η «διακαινήσιμος εβδομάδα» γίνεται για τους πιστούς αφορμή πνευματικής καρποφορίας και καλής αλλοιώσεως.

Α. Χ.

Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

ΟΛΗ Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΣΤΗΝ "ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ" (2)

Προλογίζει ένας εκ των διαχειριστών του "Δημοκρατικού Εθνικού Ρεύματος".

Τον Φεβρουάριο που μας πέρασε, ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος παραχώρησε στον διευθυντή του περιοδικού "Νέα Πολιτική" κ. Μελέτη Μελετόπουλο συνέντευξη εφ΄ όλης της ύλης. Ο κάθε Έλληνας που αναζητά την ιστορικά αλήθεια οφείλει να ενσκήψει με προσοχή στα όσα λέει ο Βασιλεύς διότι φωτίζει άγνωστες πτυχές της ιστορίας, λύνει απορίες και δίνει απαντήσεις για την ταραχώδη δεκαετία του 1960. Διαβάστε:

ΜΗΜ: Διορίσατε πέντε πρωθυπουργούς κατά την διάρκεια της βασιλείας σας.

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Όχι, διόρισα μόνον τον Νόβα, τον Τσιριμώκο, τον Στεφανόπουλο…

ΜΗΜ: Και τον Παρασκευόπουλο.

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Τον Παρασκευόπουλο κατόπιν συμφωνίας, οι πολιτικοί αρχηγοί τον επέλεξαν.

ΜΗΜ: Εννοώ όσους δώσατε εντολή σχηματισμού κυβερνήσεως, είτε ήταν κατόπιν συμφωνίας είτε όχι. Με τον Κανελλόπουλο, 5 συνολικά. Ποιός από αυτούς ήταν ο πιο εντυπωσιακός ως προσωπικότητα;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Εκείνος που δεν διόρισα.

ΜΗΜ: Ο οποίος ήταν;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Ο Γεώργιος Παπανδρέου.

ΜΗΜ: Αλήθεια;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Ήταν ένας σοφός άνθρωπος. Ήταν ένας άνθρωπος που είχε τεράστιο χιούμορ, μπορούσες να περάσεις όλο το βράδυ συζητώντας μαζί του, ακόμη και οι ακροάσεις ήταν συναρπαστικές. Παραδείγματος χάριν, το 1964 είχαμε τεράστια κρίση στην Κύπρο. Οι Τούρκοι έστελναν αεροπλάνα, το ένα μετά το άλλο, και βομβαρδίζανε. Λοιπόν, ερχόταν ο πρωθυπουργός και με έβλεπε περίπου 2 -3 φορές την ημέρα. Ένα μεσημέρι με παίρνει ο τότε γραμματέας μου, ο Χοϊδάς, και μου είπε, θυμάμαι την λέξη που χρησιμοποίησε, «οσφραίνομαι πόλεμο».
Ο Παπανδρέου είχε καλέσει το μικρό υπουργικό συμβούλιο. Οι υπουργοί προσπαθούσαν να τον πείσουν να στείλει την αεροπορία στην Κύπρο.  Τηλεφωνώ στον πρωθυπουργό και ρωτάω εάν έχουμε καμμιά αλλαγή από το πρωί που συναντηθήκαμε.  Μου απαντά: «Έχω συγκαλέσει τώρα το μικρό υπουργικό συμβούλιο». Ήταν ο υπουργός Αμύνης, ο Γαρουφαλιάς, ο υπουργός Εξωτερικών, ο Κωστόπουλος, ο υπουργός Συντονισμού, ο Μαύρος, ο αναπληρωτής υπουργός Συντονισμού, ο Ανδρέας ο Παπανδρέου, ο υφυπουργός Αμύνης, ο Παπακωνσταντίνου, και οι τρεις αρχηγοί των Επιτελείων.
Μπαίνω μέσα και ρωτάω: «Μπορώ να έχω κάποια ενημέρωση;» Κοιτάξτε να δείτε», μου λέει ο Παπανδρέου, «με έχουν πείσει ότι πρέπει να στείλουμε την πολεμική αεροπορία». Κοιτάω τον πρωθυπουργό και του λέω: «Με συγχωρείτε, μπορώ να κάνω μια ερώτηση;». «Βεβαίως», μου λέει. Και γυρίζω στον αρχηγό της Πολεμικής Αεροπορίας και τον ρωτάω: «Αρχηγέ μου, με συγχωρείς, τώρα δεν σου κάνει ερώτηση πολιτικός, ο βασιλιάς σου κάνει την ερώτηση, μην μου πεις άσχετα πράγματα. Ποιά αεροπλάνα θα στείλεις;». Μου λέει: «τα F-84 G». «Καλά», λέω. «Από πού θα απογειωθούν;». «Από την Κρήτη και την Ρόδο». «Πόση ώρα θα κάνουνε να πάνε στην Κύπρο;» Μου απαντάει: «45 λεπτά περίπου». «Πόση ώρα θα κάνουν αναχαίτιση;». «3 με 4 λεπτά», απαντά. Ρωτάω: «πού θα προσγειωθούν;». «Άλλα θα πέσουν στην θάλασσα, άλλα θα πάνε στο Λίβανο, ό, τι βρούνε».
Πάγωσαν όλοι. Λέω: «Κύριε πρωθυπουργέ, εσείς ξέρετε το Σύνταγμα 100 φορές καλύτερα από μένα, αλλά νομίζω ότι εάν πάμε σε πόλεμο πρέπει να υπογράψω. Εγώ τέτοια υπογραφή δεν δίνω. Εάν πρόκειται η Τουρκία να μας επιτεθεί, θα πάω στο χαράκωμα μπροστά απ’ όλους» [παρέκβαση Β. Κωνσταντίνου στην συνέντευξη: «και τώρα που είμαι μπαμπόγερος θα πήγαινα»], αλλά να πάω να πολεμήσω τον Τούρκο, επειδή ξύπνησαν οι Κύπριοι και έγινε σαματάς, δεν πάω, έχω την ευθύνη 9 εκατομμυρίων ανθρώπων, δεν πάω σε πόλεμο έτσι για να περάσει η ώρα, ξέρω τί θα πει πόλεμος, ξέρω τί θα πει να σκοτωθούμε, αλλά πρέπει να υπάρχει λόγος. Πρέπει να πολεμάει ο άλλος για να το πιστεύει, όχι γιατί ξυπνήσαμε ένα πρωί και πήγαμε και σφάξαμε τους Τούρκους». Λοιπόν, γυρίζει ο Παπανδρέου και λέει: «Κύριοι, είναι ανάγκη να έρθει ο άναξ μέσα σε αυτήν την αίθουσα για να μάθω την αλήθεια; Πηγαίνετε όλοι σας, φύγετε», και τους πέταξε έξω και σταμάτησε εκείνη στην στιγμή την όλη κίνηση.

ΜΗΜ: Θα με ενδιέφερε η άποψή σας για τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο.

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος ήταν ένας εξαίρετος άνθρωπος. Ήταν καθηγητής, δεν έχω τίποτα με τους καθηγητές (γέλια), φιλοσοφούσε.  Ακούστε, όλοι οι πολιτικοί εκείνης της εποχής είχαν μία τάση δημαγωγίας, αλλά δεν είχες την αίσθηση ότι κλέβει κανένας.

ΜΗΜ: Πολύ σημαντικό αυτό.

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Πρόκειται γιά μία δύσκολη περίοδο. Θυμάμαι ότι ο πατέρας μου… Συγγνώμη, δεν μπορώ να μιλάω για τον πατέρα μου.

ΜΗΜ: Συγκινείστε.

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Πάρα πολύ.

ΜΗΜ: Στις 5 Μαρτίου θα προβληθεί,  σε πρώτη προβολή, η ταινία του Ν. Πολίτη γιά τον βασιλιά Παύλο. Θα είστε στην πρεμιέρα της ταινίας;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Δεν αντέχω, συγκινούμαι.

ΜΗΜ: Θα την δείτε ιδιωτικά προφανώς.

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Ναι.

ΜΗΜ: Ήδη φαντάζομαι ότι έχετε δει κάποια αποσπάσματα.

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Έχω δει ένα μικρό κομμάτι.

ΜΗΜ: Με τον βασιλιά Παύλο είχατε στενό σύνδεσμο.

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Πολύ.

ΜΗΜ: Ήταν πατέρας στοργικός μαζί σας, αφοσιωμένος, σας έπαιρνε μαζί του κτλ.

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Ναι.

ΜΗΜ: Στην διάρκεια της δεκαετίας του 60’, πριν από την Δικτατορία, είχατε πληροφορίες ή έστω νύξεις ότι κάποιοι συνωμοτούν; Πού αποδίδετε την απείθεια των μεσαίων αξιωματικών προς εσάς και το κράτος; Πώς είναι δυνατόν αυτοί οι άνθρωποι να μην ήταν βασιλικοί;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Υπήρχε μια άλλη νοοτροπία εκείνη την εποχή. Βγήκαμε από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μπήκαμε σε έναν εμφύλιο.  Υπήρχε μια συνωμοσία στον στρατό, ο ΙΔΕΑ. Ο πατέρας μου ήθελε όλα αυτά να φύγουν. Προσπαθούσε όσο μπορούσε να πείσει, και εγώ έκανα το ίδιο, να γίνονται αρχηγοί των Επιτελείων αυτοί που είχαν πολεμική εμπειρία, δηλαδή να γίνονται με το σπαθί τους. Όλα αυτά θα τα γράψω στο βιβλίο που ετοιμάζω, πώς υπήρχε πίεση απέναντι στον πατέρα μου να γίνει τότε αρχηγός του στρατού ο Καρδαμάκης, πώς ο Καρδαμάκης κατέβασε όλη την χούντα στην Αθήνα. Πώς, αφού έφυγε ο Καρδαμάκης, ο βασιλιάς Παύλος ήθελε να κάνει αρχηγό του επιτελείου τον Παπαθανασιάδη, που τον έβαλα εγώ μετά αυλάρχη. Ήταν ξεχωριστή μορφή στρατηγού, ήταν πάρα πολύ έξυπνος, αλλά δεν ήταν δεξιός, ήταν από την φιλελεύθερη πλευρά, ήταν άνθρωπος  του Παπανδρέου.
Λοιπόν, ήρθε η σειρά μου να συζητήσω με τον Παπανδρέου γιά την διαδοχή του Καρδαμάκη. Ο Παπανδρέου ήθελε να βάλει κάποιον που ήταν πολύ χαμηλά στην επετηρίδα. Του λέω: «Κύριε πρόεδρε, γιατί διαλέξατε αυτόν;». Μου απαντά: «Γιατί τον πιστεύω, είναι καλός». Του λέω: «Με συγχωρείτε πολύ, έχετε διαβάσει τα χαρτιά του, την επετηρίδα του κτλ; Εσείς, το πρώτο πράγμα που θα κάνετε μετά από τόσα χρόνια εμπειρίας στην εξουσία, είναι να βάλετε αρχηγό του Στρατού κάποιον ο οποίος είναι πολύ χαμηλά στην επετηρίδα;». Μου λέει: «Ποιόν να βάλω;». Του λέω: «Βάλτε το νούμερο ένα, τον Γεννηματά». «Δεν γίνεται», μου λέει. «Με συγχωρείτε», του λέω, «γιατί δεν γίνεται;». Μου απαντά: «Αυτός έχει εκτεθεί στις εκλογές της βίας και της νοθείας». Του λέω: «Κύριε πρόεδρε, ποιά βία και νοθεία, τώρα  σοβαρά μιλάμε, έχουν περάσει τα χρόνια, μιλάμε ακόμα για βία και νοθεία; Εμείς, αυτό που πρέπει να κάνουμε τώρα, είναι να αλλάξουμε τα στρατηγικά σχέδια της Ελλάδος.»  Γιατί τα στρατηγικά σχέδια προέβλεπαν επίθεση από βορρά, εμείς δεν κινδυνεύαμε πλέον από τον βορρά, κινδυνεύαμε από ανατολικά. Και ο μόνος που μπορούσε να κάνει όλες αυτές τις επιτελικές αλλαγές ήταν ο Γεννηματάς. Ο στρατηγός Γεννηματάς ήταν πάρα πολύ δυνατός από πλευράς επιτελικών σχεδίων. Μου λέει ο Παπανδρέου: «Θα με βρίζει ο Λαμπράκης και ο Κόκας». Του λέω: «Κύριε πρωθυπουργέ, αυτά δεν είναι πράγματα που πρέπει να τα δέχεστε εσείς». Ο Παπανδρέου είχε τέτοια γενναιότητα, που ήρθε και με βρήκε μετά από τρεις μήνες, και μου είπε: «Δεν έχω θέμα συζητήσεως εκτός από το θέμα του Γεννηματά». Του λέω: «Θέλετε να τον διώξετε;». «Όχι», μου λέει, «ήρθα να σας ευχαριστήσω που με πείσατε να τον κάνω αρχηγό του Επιτελείου, διότι άλλαξε όλα τα σχέδια, και μόνον αυτός μπορούσε να το κάνει όπως το έκανε».

ΜΗΜ: Δηλαδή εσείς επιμείνατε να τοποθετηθεί ο Γεννηματάς, ώστε να μετατοπίσει το στρατηγικό κέντρο βάρους του επιτελικού σχεδιασμού έναντι της Τουρκίας, γιατί ο προηγούμενος σχεδιασμός ήταν έναντι του Ανατολικού Μπλοκ, που ήταν πλέον δευτερεύων κίνδυνος.

Τι γνώμη έχετε αποκομίσει από τον ελληνικό λαό, ποιά είναι η άποψη σας γι’ αυτό τον λαό;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Είναι περίεργο πράγμα. Δεν μπορείς να λες ψέμματα στον ελληνικό λαό για πολύ καιρό, όσοι το δοκίμασαν το πλήρωσαν. Και το έχω πει σε πολλούς πολιτικούς, ότι αυτό που δεν μπορεί να υποστεί ένας άνθρωπος, μία χώρα ή μία κυβέρνηση, είναι να πέσει η αξιοπιστία του, άπαξ και πέσει η αξιοπιστία, ξεχάστε τα. Επισημαίνω στους διαφόρους πολιτικούς που βλέπω κάθε τόσο, να σκέφτονται πριν πούνε κάτι, και σαχλαμάρα να είναι αν την πιστεύουνε να την πούνε, αλλά να την εφαρμόσουν. Μην πούνε στον ελληνικό λαό το άλφα και να μην το κάνουν, ό, τι πούνε  πρέπει να το εφαρμόσουν, διότι αλλιώς ο ελληνικός λαός δεν θα τους ανεχτεί. Ήδη οι πολιτικοί γενικά έχουν υποστεί μεγάλη μείωση από πλευράς των ψηφοφόρων. Αυτό είναι και γενικώτερο φαινόμενο, σε όλη την Ευρώπη και στην Αμερική. Αλλά πιστεύω πάρα πολύ ότι ο ελληνικός λαός, ειδικά, είναι πολύ ευαίσθητος στα θέματα της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της αλήθειας.

ΜΗΜ: Πιστεύετε στο μέλλον του Ελληνικού λαού; Θα έχουμε ένα καλύτερο μέλλον, αν ξεπεράσουμε αυτήν την κατάσταση;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ:  Εγώ είμαι εκ  γενετής αισιόδοξος, οπότε πιστεύω ότι θα  βρούμε την λύση. Πιστεύω ότι όλοι οι πολιτικοί σήμερα, και η συμπολίτευση και η αντιπολίτευση, συναισθάνονται ότι υπάρχει τεράστιο πρόβλημα στην χώρα μας. Το πρόβλημα της χώρας, είτε ευθύνονται αυτοί είτε φταίνε άλλοι που ήταν πριν, είναι αντικείμενο που θα απασχολήσει εσάς τους ιστορικούς. Αλλά σίγουρα είναι μία πάρα πολύ δύσκολη κατάσταση, διότι είναι η πρώτη φορά που συμβαίνουν αυτά, ούτε καν μετά τον πόλεμο δεν είχαμε τέτοια ανεργία, τέτοια φτώχεια, τέτοια γκρίνια. Είναι ένα απαράδεκτο θέαμα. Ποιός θα σκεφτόταν ότι θα πηγαίνουν παιδιά στο σχολείο και θα πεινάνε; Αυτό είναι τελείως ακατανόητο.

ΜΗΜ: Μεγαλειότατε, ήταν μία εξαιρετική συνέντευξη, μας αποκαλύψατε χιλιάδες σημαντικά πράγματα, δώσατε υλικό για τους ιστορικούς, τους αναλυτές, τους δημοσιογράφους. Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ.

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Γειά σας.

Πηγή: περιοδικό "Νέα Πολιτική".

ΟΛΗ Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΣΤΗΝ "ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ" (1)

Προλογίζει ένας εκ των διαχειριστών του "Δημοκρατικού Εθνικού Ρεύματος".

Τον Φεβρουάριο που μας πέρασε, ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος παραχώρησε στον διευθυντή του περιοδικού "Νέα Πολιτική" κ. Μελέτη Μελετόπουλο συνέντευξη εφ΄ όλης της ύλης. Ο κάθε Έλληνας που αναζητά την ιστορικά αλήθεια οφείλει να ενσκήψει με προσοχή στα όσα λέει ο Βασιλεύς διότι φωτίζει άγνωστες πτυχές της ιστορίας, λύνει απορίες και δίνει απαντήσεις για την ταραχώδη δεκαετία του 1960. Διαβάστε:

"Την συνέντευξη από τον πρώην Βασιλέα των Ελλήνων Κωνσταντίνο έλαβε ο διευθυντής της ΝΕΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ Μελέτης Μελετόπουλος. Την συνέντευξη ταυτόχρονα βιντεοσκόπησαν, μαγνητοφώνησαν και κατέγραψαν οι Γιάννης Χατζόπουλος και Β. Σπυράκος-Πατρώνας. Eπίσης, η συνέντευξη βιντεοσκοπήθηκε από επαγγελματικό τηλεοπτικό συνεργείο.

ΜΗΜ: Μεγαλειότατε, η προηγούμενη φορά που συναντηθήκαμε ήταν  η 25η Μαρτίου του 1967, λίγα μέτρα πιό μακρυά από το σημείο που βρισκόμαστε αυτήν την στιγμή, στο Σύνταγμα. Ήμουν πέντε χρονών, βρισκόμουν με την οικογένειά μου γωνία Όθωνος και Αμαλίας. Απέναντι, στον Άγνωστο Στρατιώτη, ήταν η κυβέρνηση, και μπροστά εσείς, έφιππος. Σας θυμάμαι πολύ καλά, σαν να σας βλέπω μπροστά μου.

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Με συγχωρείτε, δεν μπορώ να πω το ίδιο (γέλια).

ΜΗΜ:  Διατηρώ στην ανάμνησή μου αυτήν την εικόνα, σαν την εικόνα μιας άλλης εποχής, θα έλεγα την εικόνα μιας παραμυθένιας εποχής. Και ήθελα να σας ρωτήσω: πώς ήταν αυτή η κοινωνία που δεν υπάρχει πια;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Ίσως σας φαινόταν παραμυθένια επειδή ήμουν έφιππος! (γέλια) Στην πραγματικότητα ήταν  μία κανονική παρέλαση, όπως είναι σήμερα. Πίσω από εμένα ήταν η κυβέρνηση του Παρασκευόπουλου, οι στρατιωτικοί υπασπισταί. Δεν αλλάζει και πολύ από την σημερινή εικόνα. Η μόνη διαφορά είναι ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν ανεβαίνει πάνω στο άλογο! (γέλια)

ΜΗΜ: Σωστό και αυτό. Αυτή η κοινωνία πού ήταν διαφορετική από την σημερινή;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Όταν ζεις σε μία κοινωνία, την βλέπεις όπως είναι εκείνη την στιγμή. Εκ των υστέρων μόνον σκέφτεσαι ότι είναι καλύτερη ή χειρότερη. Μάλλον, όμως, η ποιότης των ανθρώπων ήταν πιο υψηλή.

ΜΗΜ: Αυτό  ισχύει και για τους πολιτικούς;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Γενικά ναι. Υπήρχε σεβασμός. Θυμάμαι τον Γεώργιο Παπανδρέου. Είχαμε άψογες σχέσεις, κυρίως διότι υπήρχε η διαφορά ηλικίας. Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν πρωθυπουργός-παππούς και εγώ ήμουν ο βασιλιάς-εγγονός ή κάπως έτσι. Ουδέποτε είχαμε ανταλλάξει σκληρές λέξεις. Ούτε και στις 15 Ιουλίου. Είχαμε διαφωνία, αλλά ήταν διαφωνία κυρίων.

ΜΗΜ: Υπήρχε, δηλαδή, ακόμα και στις πολιτικές αντιπαραθέσεις, σεβασμός.

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Αμοιβαίος. Είχα καλέσει τον Γεώργιο Παπανδρέου τον Φεβρουάριο του 1965 στα ανάκτορα. Ήταν η βασίλισσα, εγώ και το παιδί μου. Ήταν πολύ ευχάριστος στην παρέα, έλεγε ανέκδοτα και τα λοιπά. «Ξέρετε, κ. Πρόεδρε», του λέω σε κάποια στιγμή. «Εγώ πιστεύω ότι θα μας βάλουν να τσακωθούμε». «Ποιοί;», ρωτάει ο Παπανδρέου.  «Δεν ξέρω, αλλά το αισθάνομαι»,  του απάντησα, «και θέλω να κάνουμε το εξής: αν δείτε στο δικό μου περιβάλλον ο,τιδήποτε υπάρχει το οποίο σας ενοχλεί, παρακαλώ πάρτε ένα τηλέφωνο να μου το πείτε. Και δώστε μου παρακαλώ και μένα το δικαίωμα να κάνω το ίδιο, αν υπάρχει κάτι που με απασχολεί». Και τότε γυρίζει και μου λέει: «Άκουσε, Βασιλεύ» (γιατί το «Βασιλεύ» πάει με τον ενικό), «Άκουσε, Βασιλεύ, διαφωνία βασιλέως και δεξιάς είναι μια οικογενειακή υπόθεση, διαφωνία βασιλέως και δημοκρατικής παράταξης, είναι τραγωδία του έθνους».

ΜΗΜ: Πάρα πολύ σωστό.

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Αλλά όχι απολύτως αληθές.  Διότι όλα αυτά που έχω υποστεί στην ζωή μου, δεν ήρθαν από την παράταξη αυτή. Αλλά ήρθαν από την δεξιά. Τέλος πάντων. Είπα κάποια στιγμή στον Γεώργιο Παπανδρέου:  «Έχω μία σκέψη, εσείς έχετε μία σεβαστή ηλικία. Εγώ είμαι πολύ μικρός και βλέπω τα πράγματα με διαφορετικό τρόπο από τον δικό σας». Με ρωτά: «Για ποιό θέμα μιλάτε». Λέω: «κοιτάξτε να δείτε, πιστεύω ότι μπορούμε να κάνουμε και οι δυό μας μία κίνηση, η οποία θα σοκάρει μεν την Ελλάδα, αλλά είναι αναγκαία. Νομίζω ότι πρέπει να νομιμοποιήσουμε το ΚΚΕ».

ΜΗΜ: Πότε ακριβώς του το είπατε αυτό;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Το 1965, τον Φεβρουάριο ήταν. Θυμάμαι ότι πλησίαζε η άνοιξη. Λοιπόν, “Τί είπατε;», μου λέει. «Να νομιμοποιήσουμε το ΚΚΕ; Αυτό δεν θα το κάνω ποτέ». «Κύριε Πρόεδρε», του λέω, «κοιτάξτε να δείτε, αν δεν το κάνετε ποτέ, το σέβομαι, είστε πρωθυπουργός της Ελλάδος, αλλά μπορείτε να μου εξηγήσετε το γιατί;». «Πολύ ευχαρίστως. Θα χάσω πρώτα πρώτα όλους τους ψήφους από την αριστερά και δεν έχω κανέναν λόγο αυτό να το υποστώ. Και, δεύτερον, πώς θα αφομοιώσουμε όλους αυτούς που πήγαν στο παραπέτασμα;». Απαντώ: «Φαντάζομαι, κύριε Πρόεδρε, αν αποφασίσουμε να το κάνουμε, δεν θα χρειάζεται να το κάνετε το επόμενο πρωί. Θα το  κάνετε σιγά σιγά, να ετοιμαστεί η κοινωνία, ώστε να μπορέσει να  αφομοιώσει όλη αυτήν την  αλλαγή». «Όχι», μου λέει, «δεν με πείθετε, δεν θα το κάνω». Του λέω: «Εντάξει». Αλλά πίστευα, επειδή εγώ προέρχομαι από άλλη γενεά, ότι ποιός  ο λόγος να είναι μυστική η δύναμη αυτού του κόμματος. Να πούν ανοιχτά τι πιστεύουν και να πάει ο λαός να ψηφίσει ελεύθερα, τι θέλει και ποιούς θέλει.

ΜΗΜ: Αυτό ήταν μία σκέψη που είχε περάσει και από το μυαλό του πατέρα σας, του βασιλέως Παύλου, ή πρώτη φορά εσείς το σκεφθήκατε;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Τουλάχιστον εμένα δεν μου το είχε πει.

ΜΗΜ: Άρα το σκεφτήκατε εσείς ως ένας νέος άνθρωπος που ήθελε εκείνη την ώρα να αλλάξει το σκηνικό.

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Ακριβώς.

ΜΗΜ:  Δηλαδή ο Γεώργιος Παπανδρέου φοβόταν ότι θα μπορούσε να χάσει έναν αριθμό ψήφων.

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Αυτό πίστευε εκείνη την εποχή.

ΜΗΜ: Εκείνους τους μήνες της μεγάλης ανωμαλίας, στις αρχές του 1967, υπήρχαν πιέσεις προς εσάς από το Επιτελείο και την ανώτατη ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων να προβείτε σε προσωρινή αναστολή του Συντάγματος, σε διορισμό εξωκοινοβουλευτικής κυβέρνησης κτλ; Υπήρχαν παρόμοιες εισηγήσεις;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Όχι. Κοιτάξτε να δείτε, υπήρχε τεράστιος σεβασμός από τους αξιωματικούς προς το αξίωμα του βασιλέως. Και δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση. Εάν ο βασιλεύς αποφάσιζε να προβεί σε μία τέτοια χειρονομία, πώς θα αντιδρούσαν οι αξιωματικοί δεν ξέρω. Είναι πολύ δύσκολο να το ξέρω. Θα μπορούσε ένας αξιωματικός να μου πει: «συγγνώμη Μεγαλειότατε, μου λέτε να κατεβάσω τα άρματα, αλλά εγώ δεν τα κατεβάζω». Μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο. Αλλά, φαντάζομαι, αν αποφάσιζα να κάνω ένα κίνημα, θα συμμετείχαν όλοι.

ΜΗΜ: Άρα είναι  μύθος  η «χούντα των στρατηγών» που υπήρχε στο παρασκήνιο;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Δεν νομίζω ότι είχαν τέτοιες τάσεις. Και νομίζω ότι ένας λόγος που οι μικροί αξιωματικοί προσχώρησαν στο κίνημα, ήταν ότι οι στρατηγοί δεν είχαν τα κότσια να προχωρήσουν. Θυμάμαι κάτι που μου επιβεβαίωσε αργότερα αυτός ο ανεκδιήγητος ο Παπαδόπουλος (αυτός και οι φίλοι του είχαν ονομασθεί φυστικοπαρέα, γιατί έτρωγαν φιστίκια καθώς συνομωτούσαν!):  μόλις έγινε ο Τσιριμώκος πρωθυπουργός, τελευταία στιγμή διότι ο Στεφανόπουλος ηρνήθη, έγινε ένα τράνταγμα. Αλλά κατάλαβα ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις ήταν πολύ ευχαριστημένες, διότι θυμάμαι ότι εκείνη την ημέρα είχα πάει στην Θεσσαλονίκη για να απονείμω τα διπλώματα στην Σχολή Πολέμου και, παρ’ όλο που δεν επέτρεπα στους στρατηγούς να μου κάνουν πολιτική συζήτηση, δεν άντεξαν και έτρεξαν και μου είπανε συγχαρητήρια κτλ. Τους είπα να σταματήσουν, αλλά ήθελαν να δείξουν ότι αυτή η κίνηση που έκανα βάζοντας τον Τσιριμώκο ήταν μία κίνηση που θεωρούσαν σωστή. Αυτό μου το επιβεβαίωσε ο Παπαδόπουλος, λοιπόν, όταν περιμέναμε ώρες ολόκληρες [το φθινόπωρο του 1967] να γίνει η απόβαση των Τούρκων. Ξέρετε, είχε πάει 4 το πρωί και εκείνη την ώρα κάνεις διάφορες συζητήσεις. Μου είπε, λοιπόν, ότι είχαν πάρει απόφαση, εάν έπαιρνε ψήφο εμπιστοσύνης ο Τσιριμώκος (που δεν πήρε διότι ο Μαρκεζίνης ηρνήθη), να κάνουν αυτοδιάλυση. Και θυμάμαι που γύρισα και λέω του Παπαδόπουλου: «ώστε έτσι, θα κάνατε αυτοδιάλυση;» Μου απαντά ο Παπαδόπουλος: «ναι, έτσι είχαμε αποφασίσει, ότι τέρμα».

ΜΗΜ: Πότε αρχίσατε να σκέφτεστε να ανατρέψετε την χούντα;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ:  Από την πρώτη στιγμή. Κοιτάξτε να δείτε, το κίνημα (του Απριλίου 1967) από δικής μου πλευράς το πληροφορήθηκα περίπου 2-3 λεπτά μετά τις 2 τα ξημερώματα. Με πήραν τηλέφωνο και μου είπαν ότι γίνεται κάποια κίνηση αξιωματικών. Άλλοι έλεγαν ότι είναι κομμουνισταί και έχουν ντυθεί ως αξιωματικοί και τέτοια. Κυκλοφορούσαν φήμες παντού, αλλά ήταν ξεκάθαρο, πολύ γρήγορα, ότι γίνεται κάποιο κίνημα. Τουλάχιστον από την στιγμή που ειδοποίησαν εμένα, διότι πυροβολούσαν το διαμέρισμα του υπασπιστού μου, και άκουγα τις σφαίρες να περνούν μέσα στο σπίτι. Και του λέω: «Πήγαινε στο κάτω πάτωμα, γιατί μπορεί να σε χτυπήσει σφαίρα», γιατί όλο το σπίτι του το θέριζαν με αυτόματα. Εν πάση περιπτώσει, περίπου 5 λεπτά αφ’ ότου έγινε αυτό, είχα αποφασίσει ότι αυτοί πρέπει να φύγουν.

ΜΗΜ:  Άμεσα λοιπόν το σκεφτήκατε.

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ:  Άμεσα, άμεσα. Το μεγάλο θέμα για μένα ήταν πώς. Γιατί, ξέρετε, ποτέ δεν ένιωσα πιο μόνος απ’ όσο αισθάνθηκα εκείνο το βράδυ και την επόμενη μέρα. Όλη η τύχη της χώρας ήταν στα χέρια μου, και φοβόμουν πάρα πολύ ότι θα πηγαίναμε σε εμφύλιο. Ποιά μορφή θα έπαιρνε αυτός ο εμφύλιος είναι δύσκολο να το ξέρει κανείς. Αλλά, εν πάση περιπτώσει, εάν οι αξιωματικοί από την βόρειο Ελλάδα κατέβαιναν νοτιώτερα όταν θα αντιλαμβάνονταν ότι ο βασιλεύς ήταν αιχμάλωτος και γινόταν συμπλοκή, πατέρας θα σκότωνε γιο, αδελφός θα σκότωνε αδελφό, δηλαδή θα γινόταν ένα πράγμα αφόρητο, και αυτό το είχαμε περάσει ήδη στην δεκαετία του ΄40. Λοιπόν, ναι, να φύγει η χούντα, αλλά με τέτοιον τρόπο που να αποφύγουμε τον εμφύλιο.

ΜΗΜ: Και αυτός ο τρόπος ήταν η κυβέρνηση Κόλλια;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Στο Πεντάγωνο δεν μπορείτε να φανταστείτε τί φοβερή κατάσταση υπήρχε. Να πιάνουν τους στρατηγούς και να τους πετάνε μέσα στα δωμάτια. Όποτε έβγαινα έξω, ήταν όλοι σε στάση προσοχής, όποτε έμπαινα μέσα τους ξαναπιάνανε, τους έδερναν, τους χτύπαγαν, ήταν χάος. Λοιπόν, ο Παπαδόπουλος είχε μεγάλη αγωνία να γίνει πρωθυπουργός, και οι άλλοι τον ήθελαν, ήθελαν αμιγώς στρατιωτική κυβέρνηση και τα λοιπά. Και εγώ είπα ότι αυτό δεν γίνεται, αδύνατον. Αλλά δεν ήξερα ποιόν να κάνω πρωθυπουργό. Μου έλεγαν  «να κάνετε τον αρχηγό του στρατού πρωθυπουργό. Και μετά μου ήρθε η ιδέα του εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, αλλά το πρόβλημα ήταν ότι δεν ήξεραν ποιός ήταν.  Όταν είπα το όνομα του Κόλλια, γύρισαν ο ένας στον άλλον και έλεγαν «ποιός είναι αυτός επιτέλους;».

ΜΗΜ: Δική σας ήταν η σκέψη για τον Κόλλια;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Δική μου. Η χούντα αναζήτησε λοιπόν τον Κόλλια. «Έλα εδώ εσύ»! (σε τέτοιο ύφος). «Τί είπατε;». «Έλα εδώ». «Τί θέλετε;». «Μας είπανε να σε κάνουμε πρωθυπουργό». «Πηγαίνετε έξω», τους είπε. Και τους έδιωξε. Δεν αστειευόταν, ήταν πολύ τζώρας! Την ώρα που έφευγα από το Πεντάγωνο, μετά από 6 ώρες, τον είδα να φτάνει. Ήταν όπως το πουκάμισο, άσπρος, και εγώ τα ίδια. Είχα ήδη μπει στο αυτοκίνητο. «Λοιπόν», μου λέει, «τί συμβαίνει;». Του λέω: «Κύριε Κόλλια, η  χώρα μας έχει μπει στο σκοτάδι. Θα σας δώσω την εντολή να γίνετε πρωθυπουργός.  Άν δεν δεχθείτε, το οποίο είναι δικαίωμά σας, ο τόπος θα καταστραφεί. Λοιπόν, ελπίζω να δεχθείτε, παρ’ όλο που φαίνεται πολύ δύσκολο το έργο που αναλαμβάνετε». Ευτυχώς δέχθηκε. Δέχθηκε κυρίως, και το σέβομαι, γιά μένα, θυσιάστηκε για μένα.

Μετά από μερικές ημέρες, και  αφού είχαν ηρεμήσει τα πράγματα, ο Κόλλιας μου λέει: «Πρέπει να υπογράψετε συντακτική πράξη». «Τί είπατε;», ρωτάω. «Τί συντακτική πράξη;». «Κατάργηση των ελευθεριών του ελληνικού λαού και τα λοιπά και τα λοιπά». «Κύριε Κόλλια μου, με συγχωρείτε πάρα πολύ, αλλά εγώ τέτοια υπογραφή δεν βάζω ό, τι και να γίνει. Νόμους θα υπογράψω, αλλά συντακτική πράξη δεν θα υπογράψω ποτέ στην ζωή μου.

ΜΗΜ:  Εκείνο το εξάμηνο, από τον Απρίλιο  μέχρι τον Δεκέμβριο του 1967, κάνατε ένα είδος πολιτικής απεργίας, δηλαδή απείχατε από εκδηλώσεις, είχατε απομονωθεί. Θέλατε να δείξετε ότι δεν εγκρίνατε αυτή την κατάσταση; Είχατε επαφές με την χούντα εκείνη την εποχή;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Κάθε μέρα, διότι ήταν κυβέρνηση. Αλλά  από την αρχή κατάλαβα ότι ήταν αδύνατον να επικοινωνήσω με τον ελληνικό λαό. Διότι αν πήγαινα στο ραδιόφωνο,  δεν θα με άφηναν. Ζήτησα λοιπόν φωτογράφο. Δεν είχε σκεφθεί κανένας να έρθει φωτογράφος στα ανάκτορα. Εγώ ζήτησα. Μου λένε «τί πάθατε;». Απαντώ: «Πρέπει να βγει μια φωτογραφία, γιατί ο λαός πώς θα ξέρει ποιά είναι η κυβέρνηση». Ενώ συνήθως χαμογελάω σε τέτοιες περιπτώσεις, στην φωτογράφηση ήμουν ιδιαίτερα συνοφρυωμένος, για να καταλάβει ο λαός.

ΜΗΜ:  Ότι αποδοκιμάζετε.

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Ναι. Η  μεγάλη δυσκολία ήταν να βρεις  ανθρώπους που δεν θα σε προδώσουν.  Εν πάση περιπτώσει, ήμουν νέος στην ηλικία και έπαθα τεράστιο σοκ με το κίνημα. Πρώτον, με το γεγονός ότι έγινε το κίνημα, και δεύτερον με αυτούς που το έκαναν.

ΜΗΜ: Περιμένατε ποτέ ότι θα γίνει κίνημα επί της βασιλείας σας;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ:  Όχι. Δεν το περίμενα.

ΜΗΜ:  Ποιά πρόσωπα έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στον σχεδιασμό και στην ενθάρρυνσή σας προς την κατεύθυνση του κινήματος;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ:  Αρκετοί.  Αλλά έπρεπε να βρω ανθρώπους σιγά σιγά, να δω πώς σκέφτονται, με ποιά πλευρά είναι, γιατί η προδοσία ήταν πολύ εύκολη. Θυμάμαι το αίσθημα ότι σε παρακολουθούν πρωί και βράδυ.

ΜΗΜ: Από το Επιτελείο, σας βοήθησαν στρατηγοί, αξιωματικοί κτλ.;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Ναι, βεβαίως, όπως ο διοικητής της Στρατιάς Κόλλιας (συνωνυμία με τον πρωθυπουργό). Το στρατηγείο είχε μεταφερθεί στην Κομοτηνή. Κανόνισα ακρόαση με τον στρατηγό Κόλλια και  αμέσως μετά με τον διοικητή του Γ΄Σώματος Στρατού. Ο Κόλλιας ήταν παλαιός υπασπιστής του πατέρα μου, τον ήξερα από παιδί, τον εμπιστευόμουν. Επειδή μου είχαν βάλει ανθρώπους μέσα στα ανάκτορα για να με παρακολουθούν, καθυστέρησα τον έναν μέχρι να έρθει ο άλλος, για να φανεί ότι τυχαίως βρεθήκαμε, γιατί ήξερα τί αναφορά θα πήγαινε κάτω. Ο στρατηγός εισηγήθηκε η προσπάθεια να γίνει ή 12 ή 13 ή 14 Δεκεμβρίου. Εμένα αυτό δεν μου πήγαινε. Τον ρωτάω: «Γιατί αυτές οι ημερομηνίες;», Μου απαντά: «Διότι είμαστε όλοι ακόμα οπλισμένοι [λόγω της πρόσφατης ελληνοτουρκικής κρίσης], όμως τώρα που έχει πέσει η διαπραγμάτευση με την Τουρκία και έχουν ομαλοποιηθεί τα πράγματα, θα παραδώσουμε τα πυρομαχικά, όπως και η αεροπορία και ο στρατός, και θα είναι πολύ πιο δύσκολο το εγχείρημα. Διαλέξτε μεταξύ αυτών των ημερών».  Εμένα δεν μου πήγαινε, γιατί διαισθανόμουν ότι δεν είμαστε έτοιμοι, η προσπάθεια που είχα κάνει δεν επαρκούσε, γιατί το εγχείρημα ήταν δύσκολο. Κυρίως όταν το περιμένουν κιόλας.

ΜΗΜ: Άρα είχατε διαισθανθεί ότι δεν είχε ολοκληρωθεί η προετοιμασία.

Β.ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Ναι. Όλα αυτά έγιναν όταν ήμουν 27 χρονών. Θυμάμαι την ημέρα που οι συνεργάτες μου [στο Τατόι] επέλεξαν αυτές τις ημερομηνίες: αφού τελείωσε η συζήτηση, τους είπα ότι «Κάνετε καλά, αλλά πρέπει να πιάσετε την Θεσσαλονίκη». Έμεινα εμβρόντητος όταν μου είπαν: «Τί να την κάνουμε». Τους απάντησα: «βρε παιδιά, είναι η δεύτερη πρωτεύουσα, η συμπρωτεύουσα, τι με ρωτάτε τί να την κάνουμε;». Κατάλαβαν και είπαν ότι «θα φτιάξουμε τα σχέδια» κτλ.
Έφυγαν λοιπόν οι δύο στρατηγοί, πήρα το μικρό ελικόπτερο που είχα, προσγειώθηκα στο Στάδιο και πήγα στο γραφείο μου. Ο μεν Περίδης πήγε στο αεροδρόμιο του Τατοΐου, γιά να μεταφερθεί αεροπορικώς στην Καβάλα και από εκεί στην Κομοτηνή, και ο Κόλλιας έφυγε με αυτοκίνητο γιά την Λάρισσα, γιά το Στρατηγείο. Και εγώ πήγα στο γραφείο μου, γιατί είχα ακροάσεις.
Χτυπάει το τηλέφωνο και ήταν ο αρχηγός του στρατιωτικού μου επιτελείου, ο Δόβας, και μου λέει: «Φύγετε από το γραφείο σας και ελάτε αμέσως εδώ». Του λέω: «Στείλτε τον υπασπιστή υπηρεσίας να καθίσει εδώ μέχρι να γυρίσω». Μπήκε ο υπασπιστής μέσα και κάθησε στην θέση μου. Πήγα στο διπλανό δωμάτιο. Βλέπω τον Δόβα και είχε δύο τηλέφωνα στο χέρι του. Τον ρωτάω: «γιατί έχεις τα τηλέφωνα;». «Στο ένα είναι ο Περίδης, και στο άλλο είναι ο Κόλλιας», μου απαντά. «Μα αυτοί», λέω, «έχουν φύγει, ο Περίδης θα πετάει προς την Καβάλα, ο Κόλλιας πρέπει να είναι καθ’ οδόν προς Λάρισσα». Μου λέει: «τους έχω και τους δύο στο τηλέφωνο». Πήρα το τηλέφωνο. Μου λένε, και ο ένας και ο άλλος, «έχουμε διαταγή να γυρίσουμε πίσω, να παρουσιαστούμε στο Πεντάγωνο». Τους λέω: «αν πάτε στο Πεντάγωνο τώρα, και έχουν αντιληφθεί ότι υπάρχει περίπτωση κινήματος, θα συλληφθείτε και τελειώνει η υπόθεση. Εάν δεν πάτε, θα τους φανεί περίεργο. Άρα πρέπει να κάνουμε το κίνημα αυτή την στιγμή». Απάντησαν: «πάρτε την απόφαση, εμείς ό,τι διατάξατε θα κάνουμε».  Τους λέω: «περιμένετε στο τηλέφωνο».
Βγήκα έξω και άρχισα να καπνίζω. Σκεπτόμουν τι να κάνω.  Ρωτάω τον Δόβα:  «εσείς, στρατηγέ, πώς τα βλέπετε;». «Εγώ», μου απαντά, «σας δίδαξα στρατιωτική τέχνη. Το θέμα είναι ο αρχηγός ή ο διοικητής να έχει όλες τις πληροφορίες. Εσείς ξέρετε τι γίνεται, ξέρετε τι σας είπαν οι στρατηγοί, πρέπει να πάρετε μία απόφαση, ή θα παρουσιαστούν ή δεν θα παρουσιαστούν, κάντε καλά». Του απαντώ: «Ευχαριστώ πολύ για την εισήγηση»… Σκέφτηκα ότι ήταν αδύνατον να τους πω να μην πάνε, γιατί θα έπρεπε να κάνουμε το κίνημα εκείνη την στιγμή. Ήταν σχεδόν αδύνατον να μαζέψω κόσμο και να κάνω το κίνημα εκείνη την στιγμή. Οπότε τους είπα: «Πηγαίνετε να παρουσιαστείτε αυτήν την στιγμή, και εγώ θα σας στείλω ανθρώπους να παρακολουθούν». Φώναξα την ασφάλειά μου και τους έντυσα με πολιτικά. Πήρανε τα γουώκι τώκι και τους είπα: «παρακολουθείτε το Πεντάγωνο, εάν δείτε περίεργες κινήσεις, ξαφνικές κινήσεις κτλ. πάρτε με τηλέφωνο», γιατί θα καταλάβαινα ότι πράγματι θα τους είχαν συλλάβει. Τους θέλανε για το Κυπριακό, δήθεν.

ΜΗΜ: Πότε έγινε αυτή η φάση που περιγράφετε;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Αυτό πρέπει να έγινε αρχές Δεκεμβρίου, αλλά πρέπει να κοιτάξω τα χαρτιά μου, δεν είμαι σίγουρος.

ΜΗΜ: Άρα υπήρχε περίπτωση να εκραγεί νωρίτερα το κίνημα.

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Αν είχα πάρει τέτοια απόφαση, ναι. Αν τους έλεγα «να μην πάτε, να μην παρουσιαστείτε», θα έπρεπε να πάνε στις μονάδες τους, να δώσουν εντολές και να ξεκινήσουν. Αλλά εγώ ήμουν ακόμα στην Αθήνα, έπρεπε να μαζέψω την οικογένειά μου, να φύγουμε, να πάμε στην βόρειο Ελλάδα. Έπρεπε να ετοιμάσω το ναυτικό, την αεροπορία, δεν ήταν κανένας έτοιμος.

ΜΗΜ: Γιατί σκεφτήκατε την Θεσσαλονίκη, και την βόρειο Ελλάδα γενικώτερα ως κέντρο βάρους του κινήματος; Δεν σκεφτήκατε να  κάνετε στην Αθήνα το κίνημα;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Σκέφτηκα πολλές φορές γιατί πρέπει να κάνω εγώ το κίνημα.

ΜΗΜ: Αυτό είναι ενδιαφέρον, εξηγήστε το παρακαλώ.

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Διότι κανονικά το κίνημα έπρεπε να το κάνουν οι στρατηγοί. Τι δουλειά είχα εγώ, τι δουλειά είχε ο βασιλιάς να φεύγει από τα ανάκτορα και να κάνει κίνημα. Αλλά, ξέρετε, υπάρχει αυτή η ευθυνοφοβία. Και τελικά δεν θα το έκανε κανείς.

ΜΗΜ: Δηλαδή, αν δεν το κάνατε εσείς, δεν θα το έκανε κανείς.

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Και αναγκάστηκα να το κάνω εγώ.

ΜΗΜ: Εάν  επετύγχανε το κίνημα, ποιό είναι το σχέδιο που είχατε στο μυαλό σας για την επόμενη μέρα;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ:  Το μόνο πράγμα που με απασχολούσε ήταν πως θα πετύχει αυτή η ενέργεια. Άσχετα αν υπήρχαν στρατηγοί κτλ., ήταν δική μου ευθύνη. Λοιπόν, εγώ φταίω για την αποτυχία, αλλά μην ξεχνάτε ότι κάτι κάναμε. Μπορούσα κάλλιστα να κάθομαι στα ανάκτορα, να συνεχίζεται η ζωή έτσι. Αλλά ήταν αδύνατον να μην αντιδράσω όταν υπήρχαν  9000 κρατούμενοι.

ΜΗΜ: Είχατε σκεφθεί το πρόσωπο που θα ορίζατε πρωθυπουργό σε περίπτωση επιτυχίας;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ:  Άπαξ και ήμουν κύριος της καταστάσεως, το πρώτο πράγμα που θα έκανα, θα ήταν να ανοίξω όλες τις φυλακές, να φύγει ο κόσμος να πάει σπίτι του. Θα  απελευθέρωνα τον Παπανδρέου, όλους τους πολιτικούς,  και τον κομμουνιστή τον γερο- Πασσαλίδη. Και θα τους φώναζα όλους και θα τους έλεγα: «τώρα, κύριοι, πρέπει να κάνουμε οικουμενική κυβέρνηση».

ΜΗΜ:  Ώστε οικουμενική είχατε στο μυαλό σας. Τόση ώρα που μιλάτε, μου έρχεται αυθόρμητα η εξής σκέψη, δεν είχα σκεφτεί να σας ρωτήσω, αλλά θα σας ρωτήσω τώρα, όμως: πώς ένα παιδί 25 χρονών, 27 χρονών, όπως ήσασταν εσείς τότε, μπορεί να διαχειριστεί αυτό το τόσο πολύπλοκο σκηνικό.

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Κοιτάξτε να δείτε, ο πατέρας μου ήταν πολύ σοφός άνθρωπος, και όταν δεν ήμουν στο σχολείο, είτε το Σαββατοκύριακο είτε τις γιορτές, με είχε πάντα στις ακροάσεις του. Δεν είχα δικαίωμα να μιλήσω μέχρις ότου γίνω 18 χρονών και γίνω θεσμικός παράγων αυτού του κράτους (τότε άρχισα να αναλαμβάνω καθήκοντα αντιβασιλέως όταν έφευγε ο πατέρας μου στο εξωτερικό). Μέχρι τότε δεν είχα δικαίωμα να μιλήσω στις ακροάσεις. Άπαξ και έγινα 18 ετών, μπορούσα να μιλήσω.

Νομίζω ότι η εκπαίδευση την οποία μου έδωσε ο πατέρας μου όλο αυτό  το διάστημα εβοήθησε, δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία. Εβοήθησε επίσης και το σχολείο που πήγα, ο τρόπος που λειτουργούσε αυτό το σχολείο."

Συνεχίζεται...

Πηγή: περιοδικό "Νέα Πολιτική".

Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

ΕΘΝΙΚΗ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ

Η οικονομική κρίση και οι μνημονιακές πολιτικές της κυβέρνησης στο χώρο της Υγείας «σταύρωσαν» τους Έλληνες, οι οποίοι – ειδικά τον τελευταίο χρόνο – έχασαν τα αυτονόητα δικαιώματά τους.

Με υπουργό Υγείας, τον μνημονιακότερο Έλληνα, τον Άδωνι Γεωργιάδη, το δημόσιο σύστημα υγείας αδυνατεί να ανταποκριθεί στο ρόλο της προστασίας της υγείας των πολιτών.
Η ανθρωπιστική κρίση στη χώρα μας, στον τομέα της υγείας ισοδυναμεί με «εθνική γενοκτονία» , όπως έχει δηλώσει ο πρόεδρος των νοσοκομειακών γιατρών Δημήτρης Βαρνάβας, ενώ τα προβλήματα των άνεργων, των ανασφάλιστων και των καρκινοπαθών έχουν γίνει πρώτο θέμα στα μεγαλύτερα ειδησεογραφικά μέσα ενημέρωσης.
Για τα πάθη των Ελλήνων ο υπουργός Υγείας, στο περιθώριο των τηλεοπτικών του εμφανίσεων και των αναρτήσεων στο twitter, το μόνο που απαντά με το γνωστό του ύφος είναι «ελάτε στον πραγματικό κόσμο, μην είσαστε υπερβολικοί».
Τα στοιχεία, όμως του πραγματικού κόσμου που επικαλείται ο κ. Α. Γεωργιάδης είναι αμείλικτα:
Οι επιπτώσεις στους Έλληνες πολίτες:
Το προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα μειώνεται σταδιακά κατά 3 χρόνια. Από τα 81 έτη υπολογίζεται ότι έχει πέσει στα 78, λόγω των μνημονιακών πολιτικών λιτότητας, που έχουν καταστήσει δυσκολότερη την πρόσβαση των ασθενών σε φάρμακα και θεραπείες.
–Τρία εκατομμύρια Έλληνες είναι ανασφάλιστοι και στερούνται ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης. Μοναδική τους ελπίδα τα κοινωνικά ιατρεία για τη διενέργεια εξετάσεων και τη διάθεση δωρεάν φαρμάκων.
–Οι ανασφάλιστοι ασθενείς βιώνουν την πιο απάνθρωπη πραγματικότητα, όταν βρίσκουν κλειστές τις πόρτες των δημόσιων νοσοκομείων.
–Το 35% των παιδιών στην Ελλάδα ζουν σε συνθήκες φτώχειας, σύμφωνα με τη Γιούνισεφ.
–Οι ασθενείς με χρόνιες παθήσεις διακόπτουν ή μειώνουν τη φαρμακευτική τους αγωγή λόγω της αύξησης της συμμετοχής στην προμήθεια των φαρμάκων από 29-31%! Μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις πρωτότυπων και off patent φαρμάκων η αύξηση της συμμετοχής του ασφαλισμένου έχει φτάσει το 80%.
–Περισσότερα από 132 άτομα έχασαν τη ζωή τους στη φετινή επιδημία γρίπης. Τα περισσότερα θύματα δεν είχαν εμβολιαστεί με το εμβόλιο της γρίπης.
–Τα περιστατικά AIDS μεταξύ των χρηστών ναρκωτικών υπερδιπλασιάστηκαν κατά την περίοδο 2009-2012 (από 15 σε 484).
–Τα περιστατικά φυματίωσης μεταξύ των χρηστών ναρκωτικών υπερδιπλασιάστηκαν το 2013 σε σχέση με το 2012 (με βάση προκαταρκτικά στοιχεία).
–Η κρατική χρηματοδότηση για την ψυχική υγεία μειώθηκε κατά 55%, μεταξύ 2011 και 2012.
–Η κατάθλιψη αυξήθηκε περίπου δυόμιση φορές μεταξύ 2008-2011 (από 3,3% του πληθυσμού το 2008 σε 8,2% το 2011).
–Οι αυτοκτονίες αυξήθηκαν κατά 45% μεταξύ 2007-2011, ενώ σε τελευταίες έρευνες το ποσοστό αυτό ανεβαίνει στο 70%.
–Η βρεφική θνησιμότητα, που προηγουμένως εμφάνιζε πτωτική τάση, αυξήθηκε κατά 43% μεταξύ 2008-2010, ενώ κατά 19% αυξήθηκαν την ίδια περίοδο οι γεννήσεις παιδιών χαμηλού βάρους.
–Επανεμφανίστηκε η ελονοσία μετά από 40 χρόνια.
Οι επιπτώσεις στο χώρο της Υγείας
–Στα δημόσια νοσοκομεία, τα ράντζα και οι ελλείψεις σε ανάλωσιμα υλικά είναι καθημερινό φαινόμενο, ενώ η αύξηση στην προσέλευση των ασθενών υπολογίζεται στο 30%.
–Η φαρμακευτική δαπάνη από 2,37 δις ευρώ μειώθηκε στο 1,9 – 2 δις. ευρώ, προκαλώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις στη φαρμακευτική αγορά, αλλά και εμπόδια στην πρόσβαση των ασθενών σε φάρμακα.
–Η κυβέρνηση και το υπουργείο Υγείας επιχειρούν με διοικητικά μέτρα να αυξήσουν στο 60% τη διάθεση των φθηνών γενόσημων φαρμάκων, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα την ασφάλεια και την ποιότητα των φαρμάκων.
–Τα απανωτά χτυπήματα στην ελληνική φαρμακοβιομηχανία με τα μνημονιακά μέτρα (claw back & rebate), τις καθυστερήσεις στην εξόφληση των υπέρογκων οφειλών του ΕΟΠΥΥ και τις διαρκείς μειώσεις των τιμών – οι οποίες σημειωτέον δεν έφθασαν ποτέ στον Έλληνα πολίτη – γονατίζουν τον πιο υγιή και ελπιδοφόρο πόλο ανάπτυξης της χώρας.
–Έλλειψη ρευστότητας στο χώρο της υγείας από τη μη εξόφληση των χρεών του ΕΟΠΥΥ και των δημόσιων νοσοκομείων προς τους παρόχους της υγείας: γιατρούς, φαρμακευτικές εταιρείες, ιδιωτικές κλινικές και εργαστήρια, προμηθευτές. Σήμερα τα χρέη του ΕΟΠΥΥ υπολογίζονται περίπου στο 1 δις ευρώ και των δημόσιων νοσοκομείων στα 600-650 εκατ. ευρώ.
–Περίπου 3.000 γιατροί έχασαν τη δουλειά τους από τον ΕΟΠΥΥ, ενώ οι ελλείψεις γιατρών στα δημόσια νοσοκομεία υπολογίζονται περίπου στις 5.000.
– Εκατοντάδες φαρμακεία έβαλαν λουκέτο μέσα στο 2013 λόγω της μη εξόφλησης των οφειλών του ΕΟΠΥΥ, ενώ το 2014 προβλέπεται ακόμα πιο ζοφερό λόγω της επικείμενης μείωσης του ποσοστού κέδρους και της πλήρους απελευθέρωσης του επαγγέλματος (ΜΗΣΥΦΑ, ιδιοκτησιακό καθεστώς, ωράριο λειτουργίας).
[www.onmed.gr] 

ΕΥΧΕΣ ΕΠΙ ΤΩ ΑΓΙΩ ΠΑΣΧΑ 2014

Μήνυμα της τριμελούς επιτροπής του "Δημοκρατικού Εθνικού Ρεύματος".

Μέσα από τα πάθη, τον Σταυρό, τον θάνατο, την ταφή έρχεται η Ανάστασις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού η οποία είναι το μέγιστο γεγονός στην ανθρώπινη ιστορία. Ο άνθρωπος απελευθερώνεται από τα δεσμά του θανάτου και επαναποκτά τον παράδεισο και ο μέχρι τότε ανίκητος άδης νικάται. Αυτό το γεγονός είναι ο άξονας της ορθοδόξου διδασκαλίας και αυτό το γεγονός εορτάζουμε κάθε χρόνο. Όχι απλά τυπικά, αλλά βιωματικά και υπαρξιακά.
Επίσης, η Ανάστασις του Ιησού Χριστού είναι η κατ΄ εξοχήν μέρα αγάπης και ελπίδας. Αγάπη διότι μας υπενθυμίζει πως ο Χριστός έπαθε, υβρίστηκε, ενεπτύσθη, σταυρώθηκε, τάφηκε για τον άνθρωπο, για όλους μας και τον καθένα προσωπικά από υπερβολική αγάπη διότι ο Θεός αγάπη εστί. Ελπίδα διότι μετά από τον Σταυρό έρχεται η Ανάσταση, μετά από τα βάσανα έρχεται ένα καλύτερο μέλλον.
Το βράδυ θα κατακλείσουμε τους Ιερούς Ναούς. Στις 12 τα μεσάνυκτα θα ακούσουμε το πρώτο "Χριστός ανέστη". Έπειτα να μην πάμε κατ΄ ευθείαν στο σπίτι για τα εδέσματα που ετοιμάσαμε, αλλά να καθίσουμε στην Εκκλησία και να συμμετάσχουμε ψυχή τε και σώματι στον Αναστάσιμο Όρθρο και την Αναστάσιμη Θεία Λειτουργία κοινωνώντας τον Αναστάντα Κύριο μας Ιησού Χριστό. Το Σώμα Του και το Αίμα Του.
Έτσι, ως "Δημοκρατικό Εθνικό Ρεύμα" ευχόμαστε η Ανάσταση να μας χαρίσει την ελπίδα, να μας δώσει την φώτιση που θα αναστήσει τους εαυτούς μας, τις οικογένειές μας και την δοκιμαζόμενη Πατρίδα μας και το Άγιο Φως να λάμψει στις καρδιές μας και τις οδούς της ζωής μας.

Καλή Ανάσταση και Χριστός Ανέστη!

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ Γ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ (14/04/14)

http://2.bp.blogspot.com/-dZey1IOFrgg/T9py6e0QH2I/AAAAAAAAMow/ip6NiyBWubk/s320/basilofron-papadopoulos660.png
Συνέντευξη παραχώρησε στον τηλεοπτικό σταθμό της Εγνατίας tv κατά το Κεντρικό του Δελτίο Ειδήσεων, ο Πρόεδρος του κόμματος των Βασιλοφρόνων "Εθνική Ελπίδα" Γιώργος Παπαδόπουλος. την Μεγάλη Δευτέρα 14 Απριλίου.
Δήλωσε ότι το κόμμα των Βασιλοφρόνων "Εθνική Ελπίδα" θα κατέβει στις ευρωεκλογές και θα ανακοινωθούν τα ονόματα των υποψηφίων ανήμερα του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου στις 23 Απριλίου.
Πολλά άλλα και ενδιαφέροντα είπε στην συνέντευξη ο κ. Παπαδόπουλος.
Όποιος θέλει να δει την συνέντευξη ας πατήσει εδώ: 14-04-2014. [1:00:20 - 1:18:37]

Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΑ ΙΩΑΝΝΙΝΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ


Konstantinos
Σύμφωνα με πληροφορίες της Romfea.gr ο τέως Βασιλιάς Κωνσταντίνος επισκέφθηκε τον Μητροπολιτικό Ιερό Ναό του Αγίου Αθανασίου στα Ιωάννινα, όπου προσκύνησε την σορό του μακαριστού Μητροπολίτη Ιωαννίνων κυρού Θεοκλήτου.

Να αναφερθεί ότι ο τέως Βασιλιάς Κωνσταντίνος διατηρούσε φιλία ετών με τον μακαριστό Μητροπολίτη Θεόκλητο, ενώ προς τιμήν του κατέθεσε στεφάνι.

Πηγή: "Romfea.gr".

Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΣΤΗΝ ΝΕΩΤΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ - ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΕΝΟΣ ΘΕΣΜΟΥ

Γράφει ο κ. Κώστας Μ. Σταματόπουλος, διδάκτωρ βυζαντινής ιστορίας του Πανεπιστημίου της Σορβόννης.

Το πρόβλημα, τότε, ήταν εκείνο ενός κράτους, το οποίο πάλευε να συσταθεί, χωρίς να συγκεντρώνει καμμιά από τις προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο και το οποίο, από το τέλος του 1823 και πέρα, βρισκόταν σε συνεχή εμφύλιο πόλεμο με μεταβαλλόμενες κάθε φορά τις πλευρές των εκάστοτε αντιπάλων. Το πρόβλημα επίσης ήταν ένας λαός που, από καταβολής του, που χάνεται στα βάθη του χρόνου, και με εξαίρεση την παρένθεση της αθηναϊκής δημοκρατίας του 5ου αιώνα, όπου ο νόμος του Νόμου κυριάρχησε για ένα διάστημα επί του νόμου του Αίματος, ήταν μαθημένος να δίδει το προβάδισμα, όχι σε αφηρημένες αξίες και άσαρκους θεσμούς, αλλά στην διαπροσωπική σχέση, στην σχέση προς έναν άνθρωπο: ο Έλληνας, παρ’ όλο που άλλα θα ισχυριζόταν αν ερωτάτο σχετικώς, προσποιούμενος τον Ευρωπαίο, έχει μυριάκις αποδείξει πως θέλει την εξουσία ένσαρκη, την θέλει με ανθρώπινο πρόσωπο, αισθήματα και πάθη, παραμένοντας ελεύθερος να την απορρίψει ή να την δεχθεί.  Το τελευταίο γίνεται συνήθως σε καφενειακό επίπεδο, σε επίπεδο επομένως φαντασιακής θηριομαχίας, καθ’ ότι άλλες ισχυρότατες και βαθύτατες ανατολικές ροπές τον μετατρέπουν ταυτόχρονα σε λαό υποταγμένο κι αδρανή, με ιδιαίτερη κλίση προς δημαγωγούς και λαϊκιστές ηγέτες.
Το μέχρι στιγμής συμπέρασμα είναι πως ο Έλληνας –τουλάχιστον του 1830, αλλά πιστεύω και κάθε άλλης εποχής– έκλινε και κλίνει προς ένα καθεστώς ισχυρής προσωπικής εξουσίας στα πλαίσια ενός κράτους χαλαρού, ενός κράτους δηλαδή κατά προσέγγιση, χωρίς παγιωμένες και επομένως βαθειές κοινωνικές διαφορές. Από την επομένη, όμως, της επικράτησης του όποιου ισχυρού ανδρός, το βέβαιο ήταν πως θα ξυπνούσε και ταχύτατα θα φούντωνε η εναντίον του αντίδραση εκ μέρους μιας αντίζηλης ομάδας συσπειρωμένης γύρω από άλλον επίδοξο ηγέτη  και με ζητούμενο την δόξα ίσως, τον λουφέ σίγουρα, ιδιοτελές ζητούμενο, καλυμμένο κάτω από ιδεολογικό προπέτασμα καπνού.
Αποτέλεσμα; Μία νέα βαθύτατη ρήξη, αν όχι ένας νέος εμφύλιος. Το εναλλακτικό σενάριο θα ήταν η στρατιωτική δικτατορία,  λόγω αφ’ ενός του εσαεί επιπολάζοντος φθόνου, ήτοι του κλασσικού ελληνικού «γιατί αυτός και όχι εγώ;», που καταλήγει στο να αποκλείσει από την εξουσία κάθε πολιτικό παράγοντα, και αφ’ ετέρου λόγω της ανέκαθεν (από την εποχή δηλαδή της κλεφτουριάς) στενής σχέσης του Νεοέλληνα με το στρατιωτικό στοιχείο, το οποίο περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο θεωρεί ότι είναι σάρκα από την σάρκα του.
Στην περίπτωση που η χώρα, στην οποία συνέβαιναν όλα αυτά, βρισκόταν σε κάποιο νησί στην μέση ενός απέραντου ωκεανού, το συνεχές αυτό αλληλοφάγωμα ή η αυταρχική, πλην πάντα ασταθής, «τελική» λύση δεν θα αφορούσε παρά την ίδια.  Αλλά σε μια χώρα όπως είναι η Ελλάς, περιτριγυρισμένη από εχθρούς και επί πλέον ευρισκόμενη σε ένα από τα πιο κρίσιμα σταυροδρόμια της υφηλίου, μία μόνιμα επισφαλής κατάσταση ήταν και είναι κατάσταση διόλου ανεκτή· ούτε για την ίδια, καθ’ ότι γρήγορα θα έβαινε από εθνική σε εθνική καταστροφή σε πλήρη κατάλυση, καθώς θα άνοιγε την όρεξη ισχυρού γείτονα να της επιτεθεί, ούτε και για την παγκόσμια τάξη και τους τηρητές της, οι οποίοι δύσκολα θα υπέφεραν ένα καθεστώς παρατεταμένης αν όχι μόνιμης κρίσης σε ένα τόσο νευραλγικό σημείο του πλανήτη.
Στην περίπτωση δε της νεωτέρας Ελλάδος, ίσχυε και κάτι ακόμη: ότι, δηλαδή, τον τότε (1830) διεθνή περίγυρο διαμόρφωναν οι τρεις «Προστάτιδες»/ Εγγυήτριες Δυνάμεις, που έστω και από παρεξήγηση, όπως αργότερα μετανιωμένος θα έλεγε ο Ουέλλιγκτων -αναφερόμενος στην βύθιση του εγκλωβισμένου τουρκο-αιγυπτιακού στόλου στον στενό κόλπο του Ναυαρίνου- της είχαν δώσει την ριζική λύση. Η λύση αυτή αφ’ ενός την είχε οδηγήσει στο να αποκτήσει κρατική υπόσταση, όπως επίσης την είχε άμεσα συνδέσει με την υπόλοιπη Ευρώπη και τα συμφέροντα των μεγάλων και αυτομάτως εμπλέξει στις μεταξύ τους αντιζηλίες. Ο συνδυασμός της αντικειμενικής του αδυναμίας με την πάγια μεγάλη σημασία της γεωπολιτικής του θέσεως, καθιστούσε το νέο αυτό κρατικό μόρφωμα εξ αρχής εξαρτώμενο, κάτι που ήδη γίνεται σαφές από τον δεύτερο χρόνο της Ελληνικής Επαναστάσεως.
Ήδη, λοιπόν, από τα 1822, κάποιοι από τους ισχυρούς πολιτικούς παράγοντες της Επαναστάσεως καθώς και σημαντικοί Έλληνες της διασποράς, σε στιγμές απογνώσεως λόγω της εσωτερικής αβελτηρίας και του επερχόμενου με βεβαιότητα αλληλοσπαραγμού, είχαν αρχίσει να στρέφονται προς την λύση της κλήσεως μιας προσωπικότητας από το εξωτερικό, είτε ενός Έλληνος που στην περίπτωση αυτή δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από τον Καποδίστρια, είτε ενός ξένου, που θα μπορούσε να είναι ο Ευγένιος de Beauharnais, άνθρωπος έντιμος, φιλελεύθερος και γενναίος,  που παρέμενε «άνεργος» μετά την πτώση του πατριού του Μ. Ναπολέοντος το 1814, στους συγγενείς της γυναίκας του στην Αυλή του Μονάχου. Την ίδια ώρα άλλοι πρότειναν τον Λουδοβίκο Φίλιππο της Ορλεάνης. Ο Ευγένιος όμως πέθανε πρόωρα το 1824, ο δε Λουδοβίκος Φίλιππος –που είναι αμφίβολο αν ποτέ ενημερώθηκε για τα σχέδια που έτρεφαν για λογαριασμό του οι ηγέτες του γαλλικού κόμματος κάτω στην μακρινή Ελλάδα– προωθήθηκε αναπάντεχα στον γαλλικό θρόνο μετά την επανάσταση του 1830.
Η λύση του Καποδίστρια, που με προσωπική πίεση του Κολοκοτρώνη επελέγη το 1827, ήταν και προσωρινή και  ανεπαρκής. Προσωρινή όχι μόνο λόγω της επίσημης φύσης του πολιτεύματος που προσδιορίσθηκε ως τέτοιο την ώρα που συνεχιζόταν η αναζήτηση βασιλέως με ισχυρότερο υποψήφιο τον Λεοπόλδο του Saxe-Koburg, μετέπειτα πρώτο βασιλέα των Βέλγων (αφού αποποιήθηκε τον ελληνικό Θρόνο, κάτι για το οποίο μετάνιωνε μια ζωή), αλλά κυρίως λόγω της αδυναμίας εξεύρεσης κάποιας έστω και κατά προσέγγιση συνέχειας ικανοποιητικού επιπέδου στον εξαιρετικό Καποδίστρια, όταν μοιραία θα ετίθετο το ζήτημα της διαδοχής του. Ανεπαρκής, διότι η παρουσία του απομόνωνε την Ελλάδα από την μοναρχική Ευρώπη της εποχής. Ανεπαρκής, διότι παρά την αναμφισβήτητη ποιότητά του ως ανθρώπου και τις μέχρι εξαντλήσεώς του προσπάθειες ως κυβερνήτη, δεν ήταν αρκούντως διαφορετικός, η υπεροχή του  δεν ήταν αρκετά αδιαμφισβήτητη, ώστε να διεκδικήσει χωρίς αντίλογο/αντίπαλο το ύπατο αξίωμα και να κρατηθεί σε αυτό επί μακρόν. Ανεπαρκής, τέλος, διότι για τους περισσότερους Έλληνες της εποχής, θρεμμένους με την βυζαντινή παράδοση, την νοσταλγία της αυτοκρατορίας τους και την προσδοκία της αναστάσεώς της, η έννοια της ανεξαρτησίας ήταν συνδεδεμένη με την ύπαρξη βασιλέως, διαδόχου, εκείνου που με το σπαθί στο χέρι είχε την αποφράδα Τρίτη 29η Μαΐου 1453 σκοτωθεί μαχόμενος στην πύλη του Αγίου Ρωμανού[1].
Το πολίτευμα της κοινής συνισταμένης των παραπάνω, σύμφωνα με τα πιο φιλελεύθερα μέτρα της εποχής, ήταν εκείνο της Συνταγματικής Μοναρχίας, με μονάρχη απαραιτήτως ξένο[2] και προερχόμενο από το εξωτερικό· η απόλυτη ετερότητά του ήταν προϋπόθεση αποδοχής και μακροημερεύσεως, καθ’ ότι άμβλυνε αν δεν καταργούσε τον φθόνο προς το πρόσωπό του, πόσο μάλλον που η ιδιότητά του, ενσαρκούμενη από τις παραδόσεις και τον μύθο του γένους και περιβεβλημένη από την ιεροπρέπεια που ανήκει στην φύση της, τον έκαμε οικείο και ακριβό στην ψυχή του λαού. Ο συνδυασμός του να είναι ο Αρχηγός του Κράτους έξω και πάνω από τον λαό και ταυτοχρόνως μέσα στην καρδιά του, ήταν η προϋπόθεση, χωρίς την οποία ολόκληρο το σύστημα κατέρρεε, συμπαρασύροντας στην πτώση την εθνική και κοινωνική συνοχή.
Το σχήμα αυτό συνέδεε, κατά το δυνατόν, το αίσθημα με την λογική, γεφυρώνοντας έτσι το ανατολικό με το δυτικό στοιχείο του Έλληνα.  Ο συνδυασμός του Αίματος με τον Νόμο, εξασφαλίζοντας συνέχεια και συνοχή, εύρισκε βαθειά ανταπόκριση σε έναν λαό με τόσο ισχυρό τον οικογενειακό θεσμό,αναπόσπαστο από την απαίτηση της δυνατότητας του κληρονομείν.   Αποτελούσε, τέλος, σταθερό και ισότιμο σύνδεσμο με την, πλην Γαλλίας, Ελβετίας (και Πορτογαλίας μετά το 1908) μοναρχική Ευρώπη της προ του τέλους του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου περιόδου. Αρκεί να σκεφθούμε ότι η μία αδελφή του Γεωργίου του Α΄ της Ελλάδος ήταν βασίλισσα της Αγγλίας, η άλλη αυτοκράτειρα της Ρωσσίας, αφήνοντας κατά μέρος συγγένειες πρώτου ή δεύτερου βαθμού με τους βασιλικούς οίκους της Δανίας, της Νορβηγίας, της Σουηδίας και του Αννοβέρου, καθώς και το γεγονός ότι τα άρρενα τέκνα του Γεωργίου ήσαν παντρεμένα με Γερμανίδα πριγκίπισσα ο Κωνσταντίνος, με Γαλλίδα ο Γεώργιος, με Ρωσσίδα ο Νικόλαος, με Αγγλίδα ο Ανδρέας, ένδειξη απτή της πάγιας στάσης του Γεωργίου, που καίτοι σταθερά αγγλόφιλος, ηρνείτο να συνδέσει την τύχη της χώρας του με την πολιτική και τα συμφέροντα μιας αποκλειστικώς Δυνάμεως. Μετά το 1918, σε έναν κόσμο πια πολύ διαφορετικό, ο σύνδεσμος της ελληνικής Δυναστείας παρέμεινε στενός μόνο με την Μ. Βρεταννία, ενώ αναπτύσσονταν νέοι δυναστικοί δεσμοί με τους βασιλικούς οίκους της Ρουμανίας και της Γιουγκοσλαυίας, οι οποίοι διήρκεσαν έως την κατάλυση, το 1945/47, των εκεί βασιλειών.
Από τα παραπάνω συνάγονται τα εξής:
1.Το ότι η βασιλεία είναι ο λιγώτερο ξένος από όλους τους εισαγώμενους πολιτειακούς μας θεσμούς.
2. Πως η βάση της ήταν εξ αρχής λαϊκή, καθώς αριστοκρατία στην Ελλάδα δεν υπήρχε που να περιβάλλει, όπως συνέβαινε στα πιο πολλά ευρωπαϊκά  κράτη, τις αρτισύστατες δυναστείες ξενικής προέλευσης και να διευκολύνει την προσαρμογή τους στην νέα τους χώρα. Όσο για την ερμαφρόδιτη και ετερόφωτη ελληνική αστική τάξη –κοινωνική κατηγορία στην νεώτερη Ελλάδα μεταγενέστερη εν πολλοίς της βασιλείας– κατά κανόνα στοιχήθηκε, με εξαίρεση την περίοδο του κομμουνιστικού φόβου, πίσω από ηγέτες οπαδούς της Αβασίλευτης.
3. Αποτελώντας την μέση λύση ανάμεσα στο μόνιμα σοβούν χάος και την απολυταρχία του λαϊκιστή ισχυρού/χαρισματικού ενός (και των φίλων/πελατών του), η μοναρχία/βασιλεία υπήρξε έννοια μάλλον κεντρώα και μετριοπαθής, και ως τέτοια, εγγύηση δημοκρατίας και σταθερότητας, σταθερότητας εσωτερικής και κατ’ επέκτασιν σταθερότητας ως προς τις διεθνείς σχέσεις και την διεθνή τοποθέτηση της χώρας.
4. Ο βασιλεύς, και κατ’ επέκτασιν η οικογένειά του, υπήρξε το επιστέγασμα όχι μόνον της Πολιτείας –κάτι που είναι και ο πρόεδρος της Δημοκρατίας– αλλά και της Κοινωνίας, η οποία στην περίπτωση του αβασίλευτου κοινοβουλευτικού καθεστώτος μένει τόσο στην θεωρία όσο και στην πράξη ακέφαλη. Το γεγονός ότι η Πολιτεία και η Κοινωνία συγκλίνουν σε ένα πρόσωπο και σε μία οικογένεια που συγκεντρώνει τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις ποιότητας και διάρκειας, συμβάλλει ώστε το κράτος να αποβάλλει είτε την απρόσωπη και αδιάφορη είτε την αποκρουστικά κυνική του μορφή βίας, που είναι η μόνη που σήμερα γεύεται ο Ελληνικός λαός. Καθώς στην περίπτωση μιας ενεργούς, κοινωνικά όχι διακοσμητικής απλά βασιλείας ο πολίτης έχει την ελπίδα, την προσδοκία και την εντύπωση, ότι κάποιος ερχόμενος από την αντίπερα όχθη της εξουσίας (όντας ταυτόχρονα στην συνείδησή του και κάτι διάφορο και ανώτερο από αυτήν), σκύβει με ανιδιοτέλεια και κατανόηση στο πρόβλημά του, και, αν δεν του δίνει λύση, τουλάχιστον μεσολαβεί με παρρησία προς το Κράτος υπέρ αυτής.
Η κοινωνική αυτή προσφορά της βασιλείας έπαιρνε την όψη άλλοτε μιας ουσιαστικής και όχι επικοινωνιακής παρουσίας των μελών της βασιλικής οικογενείας σε πληγέντα από τον πόλεμο ή από θεομηνίες μέρη, όσο απομεμακρυσμένα και απρόσιτα και αν ήσαν αυτά, άλλοτε την πρωτοβουλία πραγματοποιήσεως έργων ευποιΐας (από την δημιουργία πάρκων έως την ίδρυση νοσοκομείων), άλλοτε της ενεργητικής – όχι απλά ψιλώ ονόματι– πατρωνίας επί ιδρυμάτων και φιλανθρωπικών θεσμών και άλλοτε την ανάληψη γενναίων προσωπικών πρωτοβουλιών για την ανακούφιση πότε της μιάς πότε της άλλης κοινωνικής κατηγορίας, σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης και σε τομείς που οι κρατικές υπηρεσίας ήσαν σχεδόν ανύπαρκτες, αδρανείς ή ανεπαρκείς· δια της εμψυχώσεως και του προσωπικού παραδείγματος,  η βασιλεία ενθάρρυνε τον κοινωφελή εθελοντισμό ξεκινώντας τον από την κορυφή της κοινωνίας. Κι εδώ, στην πάλη δηλαδή μεταξύ προσώπου και θεσμού, νικά και πάλι, σχεδόν αβίαστα, το πρόσωπο.  Και γι’ αυτό συγκινεί και παραδειγματίζει. Δια της νίκης του όμως αυτής, στην περίπτωση της βασιλείας, ο θεσμός ενισχύεται και σταθεροποιείται, τονώνοντας την εθνική και κοινωνική συνοχή όχι στιγμιαία, αλλά στην μακρύτερη διάρκεια.
Η άλλη όψη του ιδίου πράγματος είναι η τόνωση των ηθικών αξιών και η μείωση τoυ βάρους του ωμού χρήματος στην κοινωνική πυραμίδα, που αποτελεί τον μόνιμα ελλοχεύοντα κίνδυνο σε μια κοινωνία με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο και υποτονική κοινωνική διαστρωμάτωση. Η ύπαρξη άλλωστε επί δεκαετίες σταθερής και αδιαμφισβήτητης αρχής, συνοδευμένη από την παραπάνω νοοτροπία, οδήγησε στην διάρκεια της 50ετίας του Γεωργίου Α΄ σε μια υγιέστερη διαστρωμάτωση της κοινωνίας και στην δημιουργία ενός είδους εγχώριας ιθύνουσας τάξεως στο περιβάλλον των Ανακτόρων, που δεν διακρινόταν επί χρήμασι, αλλ’ επί κοινωνική προσφορά. Η ανωτέρω κατάσταση διατηρήθηκε και αργότερα, παρά τον κλονισμό του Εθνικού Διχασμού. Ατυχώς, προς το τέλος της δεκαετίας του 1950, τα Ανάκτορα βαθμηδόν απομακρύνθηκαν από αυτήν· το γιατί θα το δούμε πιο πέρα.
5. Πως στην παλαιά, μέχρι το 1918, Ευρώπη, το πρόσωπο του βασιλέως αποτελούσε τον ιδανικό και αναντικατάστατο σύνδεσμο της Ελλάδος με τις κορυφές της ευρωπαϊκής ηγεσίας, κατέχοντας στον κύκλο αυτό βάρος δυσανάλογα σημαντικό σε σχέση με την πραγματική ισχύ της χώρας.
* * *
Επί τριάντα σχεδόν χρόνια, ο Όθων βάδιζε επί ενός πεδίου δύσβατου, γεμάτου εμπόδια και κινδύνους απρόβλεπτους, εν μέρει δε ναρκοθετημένου από τους Βρεταννούς – ενίοτε και από τους Ρώσσους – και εν μέρει από τους Έλληνες πολιτικούς, οι επιφανέστεροι από τους οποίους συνωστίζονταν στους προθαλάμους των ξένων πρεσβευτών για να αγρεύσουν οδηγίες και προσωπικές ευεργεσίες εις ανταπόδοσιν υπηρεσιών. Παρά ταύτα, αρκεί κανείς να δει τι ήταν η Αθήνα το 1834, όταν έγινε πρωτεύουσα, και τι το 1862, όταν εξώσθηκε  ο Όθων, για να αποκτήσει χειροπιαστά επίγνωση της προσφοράς στην Ελλάδα της βαυαρικής δυναστείας.
Η έλευση του Γεωργίου ένα έτος αργότερα (18/30 Οκτωβρίου 1863) οφείλει να συνδεθεί με την θέσπιση του Συντάγματος του 1864 – για την περάτωση του οποίου τόσον επίεσε ο ίδιος ο βασιλεύς, καίτοι δεν ήταν ούτε 19 ετών- και την υιοθέτηση του πολιτεύματος της Βασιλευομένης Δημοκρατίας, σύμφωνα με το οποίο πηγή στο εξής της εξουσίας είναι ο λαός. Η ενίσχυση αυτή του αιρετού παράγοντα και ο συνακόλουθος περιορισμός του κληρονομικού, κινδυνεύοντας να ανατρέψει ισορροπίες καίριες για την επιβίωση του Κράτους, ώθησε τους νομοθέτες – χωρίς βασιλική παρέμβαση – να εισαγάγουν σ’ αυτό την αρχή των βασιλικών προνομιών. Η πιο σημαντική από τις οποίες, δίδουσα στον βασιλέα το δικαίωμα αποπομπής της Κυβερνήσεως και διαλύσεως της Βουλής, ερχόταν σε αντίθεση με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας.
Η διττή αυτή φύση του πολιτεύματος, που έκαμε την ελληνικού τύπου Βασιλευόμενη Δημοκρατία να κλίνει κάπως προς την πλευρά της Συνταγματικής Μοναρχίας, επιβάλλοντας στον βασιλέα τον ρόλο του ρυθμιστή του πολιτεύματος, του διαιτητή των πολιτικών παρατάξεων, κομμάτων και φατριών, απαιτούσε και προϋπέθετε την συγκέντρωση στο πρόσωπό του αρετών δυσεύρετων και σπανίων προσόντων σύνεσης, διακρίσεως και πολιτικότητας. Πότε όφειλε να ενεργήσει ως μονάρχης και πότε ως ο απαθής, ανεύθυνος ανώτατος αξιωματούχος του κράτους; Πόσο μάλλον που σύσσωμη συνήθως η αντιπολίτευση, τον καλούσε να δράσει και να ρίξει την κυβέρνηση, έτοιμη να τον κατηγορήσει ως παραβιάζοντα το Σύνταγμα στην περίπτωση που θα επαναλάμβανε τα ίδια όταν εκείνη θα ευρίσκετο στην αρχή.  Τούτο, για να αντιληφθούμε πως μια διάλυση της Βουλής δεν ήταν εύκολη απόφαση, πόσο μάλλον που ο νικητής των εκλογών, εκλογών που μοιραία και εκ του Συντάγματος θα ακολουθούσαν, καθ’ ότι τον τελευταίο λόγο είχε εν κατακλείδι πάντοτε ο λαός, μπορούσε κάλλιστα να είναι ο απομακρυνθείς πρωθυπουργός, ηρωοποιηθείς εξ αιτίας ακριβώς της εις βάρος της πρωθυπουργίας του βασιλικής ενεργείας.
Στο σημείο αυτό, ας προσθέσομε ορισμένες συμπληρωματικές πληροφορίες:
α. Πως την συνύπαρξη αυτή των δύο αντιφατικών στοιχείων και τάσεων εντός του πολιτεύματος, την έκρινε χρήσιμη για τον τόπο και ως εκ τούτου την διατήρησε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, αναγνωρίζοντας ίσως την αξία για την χώρα του ρόλου του υπερκομματικού και διαχρονικώτερου Ενός (από ότι είναι ένας πρωθυπουργός) την στιγμή της ύπατης κρίσης,  και ασφαλώς ενθυμούμενου τον καίριο ρόλο του Γεωργίου Α΄ στην πρόσφατη προσωπική του ανάρρηση στην εξουσία. Διατηρήθηκε, επομένως, ακέραιη, στο Σύνταγμα του 1911, όπως επίσης παρέμεινε στο Σύνταγμα του 1952, μη δημιουργώντας ζήτημα παρά στις αρχές της δεκαετίας του 1960, στην σχεδιαζόμενη συνταγματική αναθεώρηση του Κ. Καραμανλή Α΄, που όμως έμεινε στα χαρτιά[3].
β. Πως είτε ο κυρίαρχος λαός δικαίωσε εκλογικά ή με έτερο τρόπο τις μείζονες παρεμβάσεις του Στέμματος (πλην εκείνης του 1965), είτε τις δικαίωσε η Ιστορία.
γ. Πως, χάρις στην συνταγματική δυνατότητα αυτών των παρεμβάσεων, προωθήθηκε στην εξουσία ο Βενιζέλος το 1910, και εκτινάχθηκε σε αυτήν ο Καραμανλής το 1955, προήλθαν δηλαδή οι δύο μείζονες ανανεώσεις της πολιτικής ζωής του τόπου τον 20ό αιώνα έως την Μεταπολίτευση. Χάρις σε αυτήν, επίσης, κατόπιν όμως συνεννοήσεων, στα όρια δε του πολιτεύματος, έγινε η μετάβαση της εξουσίας από την Δεξιά στην Ένωση Κέντρου το φθινόπωρο και τον χειμώνα του 1963/64.
δ. Πως πολλές από τις παρεμβάσεις αυτές, ιδωμένες από την πλευρά του βασιλέως και χωρίς φυσικά να είναι αλάνθαστες, είχαν μια διάσταση έντονα πατριωτική, και χαρακτηρίζονται από ένα πνεύμα συνειδητής εκ μέρους του αυτοθυσίας. Σε πλήρη αντίθεση με αυτές, η τελευταία, εκείνη του 1965, υπήρξε προϊόν ανασφάλειας και φόβου. Εκτυλίχθηκε σε δύο φάσεις: η πρώτη, εκείνη της παραίτησης του Γ. Παπανδρέου, καθώς και της βεβιασμένης ορκωμοσίας του Γ. Νόβα, ήταν απίστευτα άστοχη πολιτικά, η δεύτερη όμως –μοιραίο επακόλουθο της αστοχίας της πρώτης– εκείνη της Αποστασίας, ήταν ηθικά απαράδεκτη, σε τέτοιο δε σημείο, ώστε να εκπέσει δια μιας το Στέμμα στην κοινή συνείδηση και να αδειάσει από το ηθικό του περιεχόμενο, που μέχρι τότε αποτελούσε στα μάτια πολλών μια βασική ειδοποιό διαφορά έναντι του πολιτικού κόσμου. Είναι η περίπτωση για την οποία ταιριάζει η ρήση: ότι οι τότε χειρισμοί των Ανακτόρων υπήρξαν χειρότεροι από έγκλημα· υπήρξαν ΛΑΘΟΣ. Το λάθος αυτό το πλήρωσε βέβαια το ίδιο το Στέμμα, όπως και ο τότε κάτοχός του, σκληρά (που τον επόμενο χρόνο, προσπάθησε γενναία, αλλ’ εις μάτην, να ανακτήσει το χαμένο έδαφος, κυρίως γιατί την προσπάθειά του επαναφοράς του σκάφους σε ομαλή πορεία τορπίλλισε ο Ανδρέας Παπανδρέου, με αποτέλεσμα δρομαίως να οδηγηθούμε στην Χούντα) αλλά κυρίως το πλήρωσε και εξακολουθεί να το πληρώνει η Ελλάδα, τόσο με το στρατιωτικό καθεστώς της 21ης Απριλίου όσο και με την Μεταπολίτευση.
* * *
Το ότι το 1862/63 η Ελλάδα, στην οποία ήδη εμαίνετο ο εμφύλιος πόλεμος, είχε κατεπείγουσα ανάγκη βασιλέως, κι ότι ο βασιλεύς αυτός επί μήνες δεν ευρίσκετο, συν το ότι, όταν τυχαίως ευρέθη από τον Πάλμερστον ο Γεώργιος, ο βασιλεύς της Δανίας Φρειδερίκος ο Ζ΄ και οι γονείς του Δανού πρίγκιπα  δεν απεδέχθησαν την αγγλική πρόταση παρά μόνον αφού εξασφάλισαν από την δολία Αλβιώνα (που δεν ετήρησε τις υποσχέσεις της) την προστασία της χώρας τους έναντι της επιθετικής Πρωσσίας του Μπίσμαρκ, δείχνει το μέγεθος του προβλήματος. Το να κληθεί κανείς για να βασιλεύσει (ή για να κυβερνήσει) στην Ελλάδα, ήταν εγχείρημα τιμητικό μεν λόγω του ενδόξου απωτάτου ελληνικού παρελθόντος, πλην άκρως ριψοκίνδυνο, στα όρια του μαζοχισμού, και με σχεδόν βεβαία στο τέλος την αποτυχία. Η τραγική μοίρα τόσο του Καποδίστρια όσο και του Όθωνα δείχνει από μόνη της του λόγου το αληθές και ήταν ικανή, το 1862/63, να αποθαρρύνει εκ προοιμίου τον κάθε υποψήφιο και μνηστήρα της εξουσίας.
Στην διάρκεια του ενός αιώνα του ιστορικού βίου της Δυναστείας του Γεωργίου Α΄, διακρίνομε τρεις περιόδους:

α. την περίοδο της ανόρθωσης
(1863-1913/1915)
Στα όσα ήδη είπαμε, ας προσθέσομε τα εξής δύο στοιχεία: πρώτον, τον εντυπωσιακό εξελληνισμό της Δυναστείας στην δεύτερη γενιά –απόδειξη της οποίας είναι τα προσωπικά κείμενα, όλα γραμμένα σε στρωτά ελληνικά, των βασιλοπαίδων Γεωργίου, Νικολάου (που υπήρξε αξιοπρόσεκτος λογοτέχνης, καθώς και ζωγράφος) και Ανδρέα– εξ ού και η έκπληξη και ο αποτροπιασμός με τον οποίον δέχθηκαν, το 1909, την απαίτηση της αποπομπής τους από το στράτευμα εκ μέρους των μέχρι τότε συναδέλφων τους. Η αθόρυβη επαναφορά τους στον στρατό από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, και η έκβαση των Βαλκανικών Πολέμων, επούλωσαν προσωρινά το τραύμα που προκάλεσε στην ψυχή των μελών της Δυναστείας το πραξικόπημα του 1909, τραύμα το οποίο θα ανοίξει και πάλι, από τον Αύγουστο/Σεπτέμβριο του 1915 και πέρα, ο Εθνικός Διχασμός.
Το δεύτερο στοιχείο είναι εκείνο της μοναρχικότητας, την οποία ενσταλάζει στα παιδιά της η ρωσσίδα βασίλισσα Όλγα. Αυτή η άποψη περί βασιλείας δημιούργησε παράδοση και αποκλίνει από την φιλελεύθερη τακτική και νοοτροπία του Γεωργίου Α΄,  που οφειλόταν εν μέρει στον ρεαλισμό του πολιτικώτατου αυτού βασιλέως και εν μέρει στην δανική βασιλική παράδοση.

β. την περίοδο του Εθνικού Διχασμού
Χωρίς να υπεισέλθομε στον καταμερισμό των ευθυνών για το μείζον αυτό γεγονός της πολιτικής μας (και όχι μόνον) ιστορίας, ας αρκεσθούμε στην παρατήρηση ότι μία από τις κύριες συνέπειές του (συνέπεια που ενισχύεται μετά την Μικρασιατική Καταστροφή) είναι το κενό ουσιαστικής νομιμότητας, το οποίο επί μία πεντηκονταετία θα ταλανίσει τον τόπο και το οποίο χαρακτηρίζει τόσο την βασιλική όσο και την αντιβασιλική διάσταση του πολιτεύματος. Το αποτέλεσμα είναι η μετά το 1922 κι έως το 1974 (από την μία δηλαδή έως την άλλη εθνική καταστροφή) κατακόρυφη αύξηση στην πολιτική ζωή της χώρας της σημασίας του στρατού, και η έκπτωση του βασιλέως από την θέση του συμβόλου ενότητας, συνοχής και συνέχειας, σ’ εκείνην του αρχηγού ενός μόνον μέρους των Ελλήνων, που ανάλογα με τις εποχές κυμαινόταν ανάμεσα σε ένα 35% (= η Δεξιά) και στο περίπου διπλάσιο.

γ. την περίοδο της ανασφαλούς βασιλείας
(1935-1967)
Λόγω του κινήματος του 1909, και κυρίως λόγω της οξύτητας του Διχασμού και των εθνικών και οικογενειακών περιπετειών που αυτός προκάλεσε, τα μέλη της τρίτης γενιάς της Δυναστείας αισθάνονταν την χώρα λιγώτερο οικεία απ’ ότι οι πατέρες τους. Η εξορία, μετά το 1922/1923, αύξησε την αποξένωση, πόσο μάλλον που η δυνατότητα της παλιννόστησης φάνταζε, μέχρι τουλάχιστον το 1933/34, μάλλον απίθανη. Το αποτέλεσμα ήταν πως στην Παλινόρθωση (1935), βασιλεύς και λαός σε μεγάλο βαθμό αγνοούσαν ο ένας τον άλλον, τόσο λόγω της δωδεκαετούς αναγκαστικής παραμονής του Γεωργίου Β΄ στο εξωτερικό, όσο και της τεράστιας αλλαγής που είχε επιφέρει στην ελληνική κοινωνία η μαζική άφιξη 1.350.000 προσφύγων, πολλοί από τους οποίους επί πλέον κατηγορούσαν τον βασιλέα Κωνσταντίνο, πατέρα του Γεωργίου, ως υπεύθυνο για τον ξεριζωμό τους.
Με γενναιότητα –έχοντας για ένα ακόμη έτος κρατήσει την οικογένειά του πλην του διαδόχου Παύλου στο εξωτερικό– επιχείρησε ο Γεώργιος Β΄ να συμφιλιώσει τους δύο κόσμους, τον βενιζελικό με τον αντιβενιζελικό (το φανατικώτερο μέρος του οποίου τον έβλεπε, από την εποχή της εκτελέσεως των Εξ, σαν προδότη, επειδή είχε τότε επιχειρήσει να συνεργασθεί με τον Βενιζέλο). Οι προσπάθειές του, που είχαν προκαλέσει τον θαυμασμό του γηραιού Ελευθερίου Βενιζέλου στην Γαλλία, απέτυχαν, εν μέρει λόγω των αλλεπαλλήλων θανάτων μετριοπαθών πολιτικών –όπως μετριοπαθές ήταν επίσης τότε το ελληνικό εκλογικό σώμα–  που θα εστήριζαν την πολιτική του βασιλέως, εν μέρει δε λόγω της ανικανότητας για μία ακόμη φορά του πολιτικού κόσμου να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων.
Η επιλογή της δικτατορίας εκ μέρους ενός ανθρώπου του οποίου το πολιτικό ιδεώδες ήταν το φιλελεύθερο βρεταννικό, αλλά που από την άλλη έβλεπε τον διεθνή ορίζοντα να σκοτεινιάζει και έναν νέο γενικό πόλεμο να είναι λίαν πιθανός την ώρα που η χώρα ήταν άοπλη και διαλυμένη, είναι ακριβώς αυτό που προηγουμένως ονόμασα θυσιαστική επιτέλεση του καθήκοντος, στάση κατ’ εμέ εξόχως βασιλική. Διότι η επιβολή της δικτατορίας όχι μόνον ακύρωνε την μέχρι τότε καταβληθείσα ειλικρινή και επίπονη προσπάθεια γεφύρωσης των δύο κόσμων,  αλλά και διεύρυνε την απόσταση ανάμεσα σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας και το Στέμμα, απόσταση που μερικώς μόνον καλύφθηκε, και τούτο προσωρινά, λόγω των επιτυχιών του ελληνικού στρατού στο βορειοηπειρωτικό και το αλβανικό μέτωπο.  Απόλυτη τέλος υπήρξε η ρήξη με τον (σε μεγάλο μέρος του ένοχο) πολιτικό κόσμο, στο σημείο που όταν ο Γεώργιος, μετά την αυτοκτονία του Κορυζή κι ενώ οι Γερμανοί πλησίαζαν τις Θερμοπύλες, αναζητούσε εναγωνίως πρωθυπουργό για να τον πάρει μαζί του στην Κρήτη και όπου αργότερα θα τον έριχνε η δίνη του πολέμου, να μην βρίσκει κανέναν που να προθυμοποιηθεί να τον ακολουθήσει[4].
Εν συνεχεία, η απουσία της βασιλικής οικογένειας στην διάρκεια της Κατοχής (εκτός από τις πριγκίπισσες Νικολάου και Ανδρέα, θείες του Γεωργίου, που παρέμειναν στην Αθήνα) αποξένωσαν πλήρως τον δεινώς πληττόμενο Έλληνα από την Δυναστεία· το ότι ο Γεώργιος Β΄ είχε σχεδόν απομείνει βασιλεύς χωρίς βασίλειο και χωρίς υπηκόους, κι ότι τον Δεκέμβριο του 1944 θα τον εγκατέλειπαν και οι υποστηρικτές του οι Βρεταννοί, ενέτεινε μέσα του την νευρικότητα για το αβέβαιο μέλλον.
Μετά την επιστροφή της βασιλικής οικογένειας το 1946, το αίσθημα αυτό δεν την εγκατέλειψε, παρά την διπλή νίκη που η βασιλεία κατήγαγε στις εκλογές και στο δημοψήφισμα. Η ανασφάλεια που την διακατείχε ήταν τόσο μεγάλη, ώστε να μην μπορέσει να εκμεταλλευθεί την έκταση των ευκαιριών που προσέφερε στο Στέμμα, σταδιακά από το τέλος του 1943 και πέρα, οπωσδήποτε δε μετά τα Δεκεμβριανά, η κομμουνιστική απειλή, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η αποδοχή του και από ένα μεγάλο μέρος του βενιζελικού αστικού κόσμου. Τούτο επί πλέον συνέβαινε την ώρα που η συνεχής παρουσία του βασιλικού ζεύγους στις πιο εκτεθειμένες και πιο κατεστραμμένες περιοχές και το τεράστιο κοινωνικό και πατριωτικό έργο, αλλά και η προσωπικότητα της βασίλισσας Φρειδερίκης, ξύπναγαν παλιές μνήμες, ανανέωναν πίστεις ή δημιουργούσαν καινούργιους δεσμούς αφοσίωσης. Η εις πείσμα όλων αυτών εμμένουσα ανασφάλεια ώθησε την βασιλεία στα εξής:
1. Στην υπερβολική πρόσδεση με τον εξωτερικό παράγοντα: την Μ. Βρεταννία έως το 1947 και τις ΗΠΑ εν συνεχεία –χάρις στην βοήθεια των οποίων κερδήθηκε ο Εμφύλιος– πρόσδεση, ας τονισθεί όχι μεγαλύτερη από εκείνη της μη σοβιετόφιλης μερίδας του πολιτικού κόσμου. Η προσδοκία υποστήριξης εκ μέρους των ΗΠΑ σε στιγμή κρίσης αποτέλεσε ψευδαίσθηση, καθ’ότι όταν επέστη το 1967 η στιγμή, οι ΗΠΑ προτίμησαν την Χούντα.
2. Στην εμμονή στον πάση θυσία έλεγχο του στρατεύματος, που και αυτό εν μέρει αποδείχθηκε ψευδαίσθηση την νύχτα και το ξημέρωμα της 21ης Απριλίου 1967.
3. Στην άβολη επαφή της με τον κορμό της αστικής ελληνικής κοινωνίας και στην παραμέληση εκ μέρους της της μεσαίας τάξεως, κεντρώας επί το πλείστον πολιτικής αποκλίσεως. Η βασιλεία αρκέσθηκε στο να έχει με το μέρος της σχεδόν ολόκληρο το μη ανήκον στην Αριστερά τμήμα του λαού, το μέγα δηλαδή μέρος των ψηφοφόρων του Λαϊκού Κόμματος/ Συναγερμού/ΕΡΕ, κάτι που το επιβεβαίωνε σε κάθε αποθεωτική περιοδεία της στην επαρχία. Κοινωνικά, περί τα τέλη της δεκαετίας του 1950, απομακρυνόμενη από την παράδοσή της, καθώς η ευημερία επέστρεφε σιγά-σιγά στον τόπο, η δυναστεία άρχισε να συναναστρέφεται τους κύκλους του χρήματος, μεγαλοβιομηχάνους και εφοπλιστές.
Οι εκλογές του 1958 –των οποίων το αποτέλεσμα δεν ερμηνεύθηκε σωστά– αποτελούν έναν δυσάρεστο αιφνιδιασμό τόσο για το εγχώριο σύστημα όσο και για τους Αμερικανούς. Επαναφέρουν την αβεβαιότητα και προκαλούν φοβικές αντιδράσεις, που συνοψίζονται, σε ό,τι αφορά το Στέμμα (διότι οι ΗΠΑ, ή ορθότερα η CIA, ακολουθεί την δική της υπόγεια διαδρομή που θα αποδειχθεί μη φιλική προς την βασιλεία), με την εκ νέου –μετά από σχεδόν εννέα χρόνια σχετική αποχή (1952-1961)– έντονη ανάμιξή του στην πολιτική ζωή, αρχής γενομένης από την σύνθεση της υπηρεσιακής Κυβερνήσεως των εκλογών του 1961.
Το αποτέλεσμα της καθόδου του Στέμματος στην πολιτική αρένα ήταν να υποστεί και να ενδώσει στον εκβιασμό του «Ανενδότου», να προβεί με το Κέντρο στις γνωστές διαπραγματεύσεις που αποσκοπούσαν στην διατήρηση του ελέγχου του στρατού και που επίσπευσαν την άνοδο του Γεωργίου Παπανδρέου στην εξουσία, και, τέλος, μετά από ένα βραχύ διάλειμμα, που και πάλι έδωσε την εντύπωση μιας ουσιαστικής πολιτικής εξομάλυνσης αλλά και επανασύνδεσης των δύο «Ελλάδων» (είναι η περίοδος του πάνδημου πένθους και συμμετοχής στην κηδεία του Παύλου, της πάνδημης επίσης γιορτής του γάμου του Κωνσταντίνου Β΄, της κοινής παλλαϊκής υποδοχής Κωνσταντίνου – Γεωργίου Παπανδρέου στην Θεσσαλονίκη κτλ), να προκαλέσει τα μοιραία, όπως ήδη σημειώθηκε, «Ιουλιανά» του 1965.
Για λόγους δικαιοσύνης, αξίζει τέλος να ειπωθεί πως, παρά την παρατεταμένη ανασφάλεια και σε αντίθεση με την πάγια συνήθεια του ελληνικού αστικού κόσμου (στον οποίο υπάγεται και μέρος του πολιτικού), η βασιλική οικογένεια δεν έβγαλε ποτέ χρήματα στο εξωτερικό, ούτε την περίοδο 1920-1922, ούτε μεταπολεμικώς.
* * *
Συμπεράσματα: Σαράντα σχεδόν χρόνια μετά την κατάργηση του βασιλικού πολιτεύματος και σαράντα έξη αφ’ ότου ο τελευταίος εν ενεργεία Έλλην βασιλεύς εγκατέλειψε την χώρα, είμαστε πλέον σε θέση να κάνομε έναν απολογισμό της παρουσίας της βασιλείας ως ιστορικού φαινομένου. Ας σημειώσουμε συνοπτικά τα εξής:
– Στο επίπεδο των προθέσεων, τα μέλη της προσπάθησαν να υπηρετήσουν με αφοσίωση, ενίοτε και με αυταπάρνηση την χώρα και τον ελληνικό λαό.
– Τελικώς η βασιλεία απέτυχε πολιτικά, όχι όμως περισσότερο από τους προκατόχους της, καθώς και από τους αντιπάλους και διαδόχους της.
– Στην αποτυχία της αυτή οδηγήθηκε εν μέρει από συνταγματικές αντιφάσεις εξισορροπητικού χαρακτήρα, που αποτελούσαν πειρασμό για πολλούς και για πολλά, και που κυρίως απαιτούσαν να έχει ο ρυθμιστής του πολιτεύματος σημαντικά πολιτικά και πνευματικά προσόντα, πράγμα όχι δεδομένο.
–  Η αποτυχία της αυτή την εμπόδισε ώστε να δώσει την πλήρη της έκταση στην εκπλήρωση της κοινωνικής της αποστολής, καίτοι τα επιτεύγματα στον τομέα αυτόν ούτε κατά προσέγγισιν δεν πραγματοποιήθηκαν από τους αντιπάλους και διαδόχους της.
–  Ουδέποτε η πολιτεία της, ακόμη και άστοχη πολιτικά, συνοδεύτηκε από προσωπική ατιμία εις βάρος του κοινωνικού συνόλου, όπως συνέβη με πολλούς από τους αντιπάλους και διαδόχους της.
–  Το μέτρο ανοχής της κοινωνίας είναι πολύ μικρότερο στην περίπτωση της Βασιλείας απ’ ότι στην περίπτωση της Προεδρικής ή Προεδρευομένης Δημοκρατίας, ίσως διότι οι ενδόμυχες απαιτήσεις του λαού από ένα τέτοιο πολίτευμα είναι, για ποικίλους λόγους, πιο πολλές.
– Τέλος, ισχύει για την βασιλεία ό,τι ίσχυσε για όλους τους κρατικούς μας θεσμούς. Της έλειψε ο χρόνος –εν μέρει κι από δικό της φταίξιμο– για μια αργή εκτύλιξη και ωρίμανση, με αποτέλεσμα η αποστολή της να έχει συχνά χαρακτήρα, λόγω εκτάκτων συνθηκών, κατεπείγοντα και εμβαλωματικό, χαρακτήρα συνεπώς ξένο προς την βαθύτερη φύση της.

[1] Στο δημοψήφισμα του Νοεμβρίου 1862 ετέθη στον Έλληνα το ζήτημα της επιλογής του πολιτεύματος. Η Αβασίλευτη Δημοκρατία έλαβε μόνον 93 ψήφους.
[2] Στο δημοψήφισμα του Νοεμβρίου 1862 ετέθη στον Έλληνα η επιλογή βασιλέως ελληνικής καταγωγής (επρόκειτο για τον πρίγκιπα Γρηγόριο Υψηλάντη).  Δεν έλαβε παρά μόνον 6 ψήφους.
 [3] Η σχεδιαζόμενη Συνταγματική Αναθεώρηση του 1962 είχε δύο κύριους στόχους: α. την μείωση των βασιλικών προνομιών και κατ’ επέκτασιν της πολιτικής και παρεμβατικής ισχύος του Στέμματος ( στην οποία εν τούτοις όφειλε την πρωθυπουργοποίησή του ο εμπνευστής της) και β. την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας επί το αυταρχικώτερο, αποβλέποντας στον εσαεί παραγκωνισμό της Αριστεράς. Το Παλάτι απέτρεψε τότε αυτή την εξέλιξη, ευνοώντας ταυτόχρονα, και δη σκανδαλωδώς και παρατύπως, την μετάβαση της εξουσίας από την Δεξιά στο Κέντρο, ανταποκρινόμενο έτσι στην τεράστια ανυπομονησία για αλλαγή στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας. Κι αυτή η πολιτική του επιβεβαιώθηκε στις εκλογές της 16/2/1964, στις οποίες η Ένωση Κέντρου απέσπασε το πρωτοφανές 52,2%.
 [4] Στην άρνηση συνεργασίας με τον Γεώργιο Β΄ μέτρησαν και άλλοι λόγοι, όπως η προτίμηση εκ μέρους ορισμένων μιας άμεσης συνθηκολόγησης με τους Γερμανούς, προκειμένου να περιορισθούν οι καταστροφές αλλά και η συμπάθεια μερίδος του πολιτικού κόσμου – και μάλιστα του βενιζελογενούς (Πάγκαλος, Πλαστήρας κ.α.)– προς το καθεστώς της ναζιστικής Γερμανίας.

Πηγή: εφημερίδα "Νέα Πολιτική" τεύχους Φεβρουαρίου - Μαρτίου 2014.