Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2012

O EΘΝΙΚΟΣ ΔΙΧΑΣΜΟΣ

Το δεύτερο κείμενο μου αφορά τον Εθνικό διχασμό.

                                                     Ε Ι Σ Α Γ Ω Γ Η 
Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, βάσει της οποίας ορίστηκαν τα σύνορα της Ελλάδας με τη Σερβία και τη Βουλγαρία και ενώθηκε η Κρήτη με την Ελλάδα, η εθνική ενότητα που ακολούθησε δεν είχε μεγάλη διάρκεια. Η διαφωνία του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου με τον Βασιλιά Κωνσταντίνο ως προς τη θέση που έπρεπε να κρατήσει η Ελλάδα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οδήγησε σε σφοδρή σύγκρουση του ελληνικού λαού.
Στην παρούσα μελέτη εξετάζεται το φαινόμενο του Εθνικού Διχασμού και οι πολιτικές εξελίξεις που ακολούθησαν την περίοδο 1915-1917, σε πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο. Η πολιτική του Βενιζέλου χαρακτηριζόταν από «τυχοδιωκτισμό». Τέλος, διαπραγματεύεται ο βαθμός της σύγκρουσης των «δύο κόσμων» που προκλήθηκε από τον Εθνικό Διχασμό.

                                         Ε Θ Ν Ι Κ Ο Σ     Δ Ι Χ Α Σ Μ Ο Σ 
Στη μεγάλη ευρωπαϊκή σύρραξη που πυροδοτήθηκε τον Αύγουστο του 1914 οι βαλκανικές χώρες που συμμετείχαν στόχευαν είτε στη διατήρηση των κεκτημένων εδαφών τους μετά τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου είτε στην ανάκτηση των απολεσθέντων περιοχών. Δημιουργήθηκαν δύο συνασπισμοί χωρών: η Τριπλή Συμμαχία (Γερμανία, Αυστρία, Ιταλία) και η Τριπλή Συνεννόηση (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία). Η Ελλάδα απομονώθηκε, αφού η Σερβία βρισκόταν σε πόλεμο με την Αυστρία και η Ελλάδα επέλεξε να μείνει ουδέτερη, παραβιάζοντας την Ελληνο-σερβική Συνθήκη  του 1913. Η Ρουμανία, ωστόσο, αποστασιοποιούταν από τους συμμάχους της. Η δε Τουρκία και η Βουλγαρία δεν θα αργούσαν να ενταχθούν στους κόλπους της Τριπλής Συμμαχίας.
Ο Εθνικός Διχασμός προήλθε από τη διαφωνία του πρωθυπουργού της Ελλάδος Ελευθερίου Βενιζέλου με τον Βασιλιά Κωνσταντίνο, σχετικά με τη θέση που έπρεπε να κρατήσει η Ελλάδα στον ευρωπαϊκό πόλεμο. Ο πρώτος πρότεινε την προσωρινή ουδέτερη στάση της Ελλάδας και στη συνέχεια την συμμαχία με την Αγγλία και τη Γαλλία. Ο Κωνσταντίνος επέμενε στην διαρκή ουδετερότητα της Ελλάδας. Ο Κάιζερ απηύθηνε έκκληση στον Κωνσταντίνο να σταθεί στο πλευρό της Γερμανίας και της Aυστροουγγαρίας «σε μια ενωμένη σταυροφορία κατά της σλαβικής επικράτησης στα Βαλκάνια». Ο Κωνσταντίνος ήδη θεωρούταν ευρέως ως γερμανόφιλος. Είχε σπουδάσει στην Γερμανία, είχε σαφώς επηρεαστεί από την γερμανική κουλτούρα, ενώ είχε παντρευτεί την αδελφή του Κάιζερ, ο οποίος του είχε απονείμει και τον βαθμό του στρατάρχη του γερμανικού στρατού. Το φθινόπωρο του 1913, λίγο μετά την άνοδό του στον θρόνο, ο Κωνσταντίνος είχε παρακολουθήσει ασκήσεις του γερμανικού στρατού μαζί με τον Κάιζερ και είχε προσπαθήσει να διαπραγματευτεί την λήψη δανείου από την Γερμανία. Επίσης, ο Κωνσταντίνος είχε επηρεαστεί από το γεγονός ότι ο Κάιζερ είχε βοηθήσει την Ελλάδα να διατηρήσει τα απελευθερωμένα κατά τους δύο Βαλκανικούς Πολέμους εδάφη, και ιδιαίτερα την Καβάλα. Οι προσωπικές προτιμήσεις του Κωνσταντίνου μπορεί να ήταν υπέρ της Γερμανίας, δεν παρέβλεπε όμως ότι η Ελλάδα ήταν ευπρόσβλητη στον αγγλογαλλικό στόλο, ούτε μπορούσε να αποδεχτεί την σύμπραξη με την Τουρκία, ενώ και τα ανταλλάγματα που μπορούσε να προσφέρει η Γερμανία ήταν περιορισμένα. Γνωρίζοντας δε, πως οι Έλληνες ήθελαν την ηρεμία και την γαλήνη κουρασμένοι από τους Βαλκανικούς πολέμους για να νοικοκυρευτούν στα τότε σύνορα, επέλεξε την ουδετερότητα. Ο Βασιλιάς, στην απόφασή του είχε σύμμαχο τον υπουργό των Εξωτερικών Γεώργιο Στρέιτ και το Γενικό Επιτελείο. Έπειτα από τις πολυάριθμες προσπάθειες του Βενιζέλου να πείσει τον Κωνσταντίνο να συναινέσει στην προσάρτηση της Ελλάδας στην Τριπλή Συνεννόηση, με αποκορύφωση την τέταρτη συνεδρίαση του Συμβουλίου του Στέμματος στην οποία ο Bασιλιάς εκδήλωσε ξανά την άρνησή του, η κυβέρνηση του Βενιζέλου οδηγήθηκε αναγκαστικά σε παραίτηση τον Φεβρουάριο του 1915. Έκτοτε, επήλθε ο «Εθνικός Διχασμός», λόγω του διχασμού των κορυφαίων της εξουσίας, οι οποίοι, αν και ενδιαφέρονταν ειλικρινά για τα εθνικά συμφέροντα, είχαν διαφορετική άποψη. Η περίοδος που ακολούθησε για είκοσι και πλέον χρόνια χαρακτηρίζεται από αυτόν τον διχασμό.

                               Ο Ι     Π Ο Λ Ι Τ Ι Κ Ε Σ     Ε Ξ Ε Λ Ι Ξ Ε Ι Σ 
Σύμφωνα με το ελληνικό σύνταγμα εκείνης της εποχής, η εκλεγμένη κυβέρνηση με επικεφαλής τον πρωθυπουργό της είχε την ευθύνη χάραξης και άσκησης της εν γένει πολιτικής, όπως, επίσης, και της εξωτερικής πολιτικής. Όμως προβλέποταν  και ο εκ μέρους του Βασιλέως "Ανώτατος Έλεγχος" με τον οποίο ήλεγχε τους πολιτικούς ώστε να μην παρεκκλίνουν προς συμφέροντα που δεν συνυφάζονται με τα συμφέροντα του Έθνους. Ο ρόλος του Βασιλιά, όμως, παγιώθηκε με τέτοιο τρόπο, ήδη από τα προηγούμενα χρόνια, ώστε ο Κωνσταντίνος προσπαθώντας να διατηρήσει την πολυπόθητη από το λαό ουδετερότητα, να έχει την δυνατότητα καθοδήγησης του πρωθυπουργού σε σπουδαία ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.
Ενώ ο Βασιλεύς συμφώνησε στην εκστρατεία των Δαρδανελίων, στις 6 Μαρτίου 1915, κατόπιν προτροπής του Ιωάννου Μεταξά, συγκαλέστηκε το Γενικό Επιτελείο ώστε η Ελλάδα να μην εκστρατεύσει διότι θα ήταν μάταιο, ανεξάρτητα από την έκβαση της εκστρατείας. Ο Βενιζέλος παραιτήθηκε και ο διάδοχός του, ο Δημήτριος Γούναρης δεν διέκοψε τις σχέσεις με την Αντάντ. Η πολιτική του Γούναρη, ωστόσο, επιδείνωσε τις σχέσεις της Ελλάδος με τις δυνάμεις της Συνεννόησης. Η πολιτική κρίση οξύνθηκε όταν ο Γούναρης έφερε στο φως της δημοσιότητας το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων του Βενιζέλου με την Αγγλία και την Γαλλία στις οποίες διαφαινόταν η πρόταση του πρωθυπουργού για παραχώρηση της Καβάλας στην Βουλγαρία. Ο Βενιζέλος, στη συνέχεια, προσέπαθησε να τα καλύψει, αναμειγνύοντας και τον Βασιλέα Κων/νο, ο οποίος αρνήθηκε κάθε εμπλοκή του.
Οι εκλογές του Μαΐου του 1915 ξαναέδωσαν την νίκη στον Βενιζέλο. Αν και ο νέος πρωθυπουργός έλαβε την λαϊκή εντολή να βγάλει την Ελλάδα από την ουδετερότητα, αφού προεκλογικά παρουσίασε τις θέσεις του, ο Κωνσταντίνος εξακολουθούσε να αρνείται την προσκόλληση της Ελλάδος στην Τριπλή Συνεννόηση. Ακολούθησε η κήρυξη γενικής επιστράτευσης στην Βουλγαρία, η οποία προκάλεσε την γενική επιστράτευση και στην Ελλάδα. Ο Βενιζέλος χωρίς τη συναίνεση του Βασιλέως Κωνσταντίνου, κάλεσε, καθώς πλήθαιναν οι φόβοι Βουλγαρικής επίθεσης στην Θεσσαλονίκη, τους Βρετανούς και Γάλλους να στείλουν στρατεύματα στην πόλη. Ο Βασιλεύς τελικά δέχτηκε να επιστρατεύσει 18.000 εφέδρους, ως προφύλαξη για το ενδεχόμενο Βουλγαρικής επίθεσης. Η γενική διοίκηση των γαλλοβρετανικών δυνάμεων στην Θεσσαλονίκη ανατέθηκε στο Γάλλο Στρατηγό Σαράι (Sarail) που ήταν ένθερμος αντιμοναρχικός. Οι τρόποι του δεν άρεσαν στο Βασιλέα Κωνσταντίνο. "Δεν δέχομαι να μου συμπεριφέρονται ώς να ήμουν ιθαγενής φύλαρχος," έλεγε. Ο Σαράι προσεταιρίστηκε μέρος της εξουσίας του Βασιλέως, και παρά την δηλωμένη ουδετερότητα της Ελλάδας ενθάρρυνε την στρατολόγηση ενός Ελληνικού "Εθνικού Στρατού" για να πολεμήσει τους Βούλγαρους, οι οποίοι είχαν καταλάβει την ανατολική Μακεδονία. Ο Κωνσταντίνος αναγκάστηκε να αποπέμψει τον Βενιζέλο από την εξουσία.
Την κυβέρνηση του Βενιζέλου διαδέχτηκε αυτή του Αλέξανδρου Ζαΐμη, την οποία, επίσης, κατηύθυνε ο Κωνσταντίνος. Διάδοχος του Ζαΐμη ήταν ο Στέφανος Σκουλούδης, ο οποίος, επίσης, πάσχιζε να διατηρήσει την ουδετερότητα της Ελλάδας. Στις εκλογές του Δεκεμβρίου του 1915, η παράταξη του Βενιζέλου δεν συμμετείχε με αποτέλεσμα τη μεγέθυνση του διχασμού στην Ελλάδα. Ο Βενιζέλος κατήγγειλε το εκλογικό αποτέλεσμα ως αντισυνταγματικό και τον Κωνσταντίνο για παραβίαση του συντάγματος. Μέχρι το 1917 την Ελλάδα ουσιαστικά κυβερνούσαν ο Βασιλιάς και οι σύμβουλοί του.
Ο Βενιζέλος επαναστάτησε κατά της πολιτικής του Κωνσταντίνου και με τη βοήθεια της Γαλλίας και της Αγγλίας στη Θεσσαλονίκη συνέστησε την Επιτροπή Δημοκρατικής Αμύνης. Στις 9 Οκτωβρίου 1916 σχημάτισε κυβέρνηση στη Θεσσαλονίκη (διότι έκει κατοικούσαν πολλοί Εβραίοι με τους οποίους διατηρούσε άρτιες σχέσεις), η οποία ήταν φιλική προς τις δυνάμεις της Συμμαχίας. Ο στόχος της νέας κυβέρνησης, την οποία χρηματοδοτούσαν η Αγγλία και η Γαλλία, ήταν η έξοδος της Ελλάδας από την ουδετερότητα.
Ενώ επικρατούσε γενική ένταση, εμπρηστές χτύπησαν το κτήμα του Βασιλέως στο Τατόι, προκαλώντας μεγάλες καταστροφές και το θάνατο 18 ανθρώπων. Ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος με την Βασίλισσα Σοφία και την οικογένειά τους κατάφεραν να ξεφύγουν ακολουθώντας ασφαλή μονοπάτια μέσα από το δάσος. Την 1η Δεκεμβρίου του 1916, ένα ξέσπασμα βίας από Γάλλους ναύτες και Βρετανούς πεζοναύτες (που οδήγησε στο βομβαρδισμό των εν τη πρωτευούση Ανακτόρων και της Αθήνας) επέφερε την οριστική ρήξη ανάμεσα στο Βασιλέα Κωνσταντίνο και τις δυνάμεις της Αντάντ, οι οποίες επέβαλαν ναυτικό αποκλεισμό στην Ελλάδα. Οι Γάλλοι, συνεπικουρούμενοι από το νέο Βρετανό Πρωθυπουργό Λόυντ Τζώρτζ, απαίτησαν από τον Κωνσταντίνο να εγκαταλείψει το θρόνο του προκειμένου να άρουν τον αποκλεισμό. Ο Κωνσταντίνος προκειμένου να απαλλάξει την χώρα από τα χείριστα, εξαναγκάστηκε σε έκπτωση τον Ιούνιο 1917, ενώ ακολούθησε και η εξορία πολιτικών προσώπων που είχαν σχέση με τον βασιλιά, καθώς και των φιλοβασιλικών αξιωματικών του στρατού. Ο πρωτότοκος γιός του Κωνσταντίνου, ο Διάδοχος Γεώργιος, θεωρήθηκε ακατάλληλος για τη διαδοχή καθώς είχε υπηρετήσει στο γερμανικό στρατό. Έτσι ο Κωνσταντίνος έδωσε την θέση του στο δευτερότοκο γιό του Αλέξανδρο, χωρίς να παραιτηθεί επισήμως. Οι περισσότερες εξουσίες παραδόθηκαν στο Βενιζέλο. Ο Βενιζέλος επέστρεψε στην Αθήνα, σχημάτισε κυβέρνηση και κήρυξε τον πόλεμο κατά της Γερμανίας και των συμμάχων της. Η Ελλάδα παρέμεινε βαθύτατα διχασμένη. Είχε συμμαχήσει, όμως, με τις νικήτριες δυνάμεις του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
                           
                               Η      Ε Λ Λ Η Ν Ι Κ Η      Δ Ι Π Λ Ω Μ Α Τ Ι Α
Η ελληνική διπλωματία την περίοδο 1915-1917 κινούταν στους εκ διαμέτρου αντίθετους άξονες που είχαν χαράξει οι αντίθετες θέσεις του Βενιζέλου και του Κωνσταντίνου. Ο Βενιζέλος, ήδη από την αρχή του πολέμου, εκδήλωσε το ενδιαφέρον της Ελλάδας να ταχθεί στο πλευρό της Συνεννόησης, χωρίς αυτό αρχικά να γίνει δεκτό από τις δυνάμεις της Γαλλίας και της Αγγλίας. Οι πρωθυπουργοί που διαδέχτηκαν τον Βενιζέλο, μετά την παραίτησή του, είχαν την συναίνεση του Βασιλιά. Έτσι, προσπαθούσαν είτε να κερδίσουν χρόνο προκειμένου να απαντήσουν σε αιτήματα της Συνεννόησης είτε προέβαλλαν αιτήματα που δεν συνέφεραν τους Συμμάχους. Ο Γούναρης, δεχόμενος την πρόταση του υπουργού των Εξωτερικών Γεωργίου Χρηστάκη-Ζωγράφου, πρότεινε στις δυνάμεις της Συνεννόησης να εγγυηθούν την ελληνική εδαφική ακεραιότητα ώστε η Ελλάδα να συμμαχήσει άμεσα μαζί τους. Η ελληνική κυβέρνηση ήταν σίγουρη ότι η Συμμαχία δεν θα λάμβανε σοβαρά υπ’ όψιν της αυτήν την πρόταση και γι’ αυτό, άλλωστε, την υπέβαλλε. Όταν οι σύμμαχοι της Συνεννόησης απάντησαν στην Ελλάδα πως προσφέρουν τις εδαφικές παραχωρήσεις στο Βιλαέτι Αϊδινίου για την άμεση έξοδο από την ουδετερότητα, ο Γούναρης ζήτησε διευκρινήσεις για τις εδαφικές παραχωρήσεις στην Ελλάδα. Η απάντησή του αποσκοπούσε στο να δει τις απόψεις των Συμμάχων για την Ελλάδα.
Στις 23 Σεπτεμβρίου 1915, η Βουλγαρία κήρυξε επιστράτευση και η Ελλάδα αναγκάστηκε να πράξει το ίδιο. Ο Κωνσταντίνος, έμμενε στις θέσεις του για ουδετερότητα. Ο Βενιζέλος κέρδισε τις εκλογές του Ιουνίου και τον Σεπτέμβριο, καθώς πλήθαιναν οι φόβοι Βουλγαρικής επίθεσης στην Θεσσαλονίκη, κάλεσε - χωρίς τη συναίνεσε του Βασιλέως Κωνσταντίνου - τους Βρετανούς και Γάλλους να στείλουν στρατεύματα στην πόλη. Ο Βασιλεύς τελικά δέχτηκε να επιστρατεύσει 18.000 εφέδρους, ως προφύλαξη για το ενδεχόμενο Βουλγαρικής επίθεσης. Η γενική διοίκηση των γαλλοβρετανικών δυνάμεων στη Θεσσαλονίκη ανατέθηκε στο Γάλλο Στρατηγό Σαράι (Sarail) που ήταν ένθερμος αντιμοναρχικός, προσεταιριζόμενος στο μέλλον μέρος της εξουσίας του Βασιλέως, και παρά τη δηλωμένη ουδετερότητα της Ελλάδας ενθάρρυνε τη στρατολόγηση ενός Ελληνικού ¨εθνικού στρατού" για να πολεμήσει τους Βούλγαρους, οι οποίοι είχαν καταλάβει την ανατολική Μακεδονία.
Η κυβέρνηση του Αλεξάνδρου Ζαΐμη, η οποία διαδέχτηκε την αποδιοπομπαία από τον Βασιλιά κυβέρνηση του Βενιζέλου, δήλωσε στις δυνάμεις της Συμμαχίας ότι η Ελληνο-σερβική Συμμαχία είχε τοπικό χαρακτήρα και προέβλεπε βοήθεια της Ελλάδας σε περίπτωση πολέμου μόνο με τη Βουλγαρία και κατά συνέπεια η Ελλάδα δεν θα βοηθούσε την Σερβία. Έτσι, η ελληνική κυβέρνηση αρνήθηκε να συμπράξει απέναντι στις αυστρο-γερμανικές δυνάμεις που έπλητταν την Σερβία τον Οκτώβριο του 1915. Οι δυνάμεις της Συνεννόησης είχαν προτείνει στην Ελλάδα την σύμπηξη κοινού μετώπου με την Ρουμανία και την Σερβία, ενώ ως αντάλλαγμα στην Ελλάδα θα προσφερόταν στρατιωτική βοήθεια και εδαφικά ανταλλάγματα, όπως η Θράκη και η Κύπρος. Ο Βασιλεύς, ο οποίος καθοδηγούσε τις κυβερνήσεις μετά την αποπομπή του Βενιζέλου, και πάλι αρνήθηκε.
Όταν η Αγγλία και η Γαλλία απαίτησαν από την Ελλάδα να μην επιχειρήσει να αφοπλίσει τα στρατεύματα που υποχωρούσαν από την Σερβία και κατευθύνονταν προς την Μακεδονία, η Ελληνική κυβέρνηση δέχτηκε, με την πρόθεση να παρατείνει τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των αρμόδιων στρατιωτικών αρχών σχετικά με την επίθεση της Γερμανίας από την καταληφθείσα Σερβία στην Ελληνική Μακεδονία. Τελικά τα στρατεύματα εγκαταστάθηκαν στην Θεσσαλονίκη και παρέμειναν σε επιφυλακή.
Το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Βενιζέλος είχε αντιταχθεί στον Κωνσταντίνο, ο δεύτερος επιδίωξε την διατήρηση ουδετερότητος και την σύναψη διμερών συμβάσεων της Ελλάδας με την Βουλγαρία και την Τουρκία, στις οποίες θα κατοχυρωνόταν το εδαφικό καθεστώς στην περιοχή. Η Γερμανία σημειωτέον, δεν επιθυμούσε συμμαχία με την Ελλάδα.
Όταν πλέον ο Βενιζέλος είχε συστήσει την προσωρινή κυβέρνηση, η παράταξη του Κωνσταντίνου δεχόταν τις αξιώσεις της Γαλλίας και της Αγγλίας. Η κωλυσιεργία και η αθέτηση υποσχέσεων του Κωνσταντίνου προς τις δυνάμεις της Συνεννόησης, από τη μία, και η εναντίωση των Αθηναίων κατά του Βενιζέλου, από την άλλη, οδήγησαν στα Νοεμβριανά του 1916, τα οποία πλαισιώνονταν από αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ φίλων του Κωνσταντίνου και αγημάτων που είχαν αποβιβάσει οι Γάλλοι για να παραλάβουν το συμφωνημένο στρατιωτικό υλικό. Συνέπεια αυτών των συγκρούσεων ήταν η σκλήρυνση της στάσης της Γαλλίας απέναντι στο Κωνσταντίνο και η εκθρόνισή του στις 11 Ιουνίου 1917.
                                   Η    Σ Τ Α Σ Η     Τ Ο Υ    Β Ε Ν Ι Ζ Ε Λ Ο Υ
Η εμπλοκή της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν αναπόφευκτη λόγω της γεωγραφικής της θέσης. Η ισχυρή εξάρτηση της Ελλάδος από την Αγγλία και τη Γαλλία δεν θα επέτρεπε την συμμαχία της με άλλη χώρα. Η συμμετοχή της Ελλάδος στον πόλεμο ενδεχομένως να απέφερε κέρδος εδαφικών περιοχών, όπως την Θράκη και την Μικρά Ασία. Μπορεί ωστόσο, να συνέβαλλε στη διατήρηση των κεκτημένων εδαφών από τους Βαλκανικούς Πολέμους που είχαν προηγηθεί. Η πλειοψηφία των Ελλήνων αντιλαμβανόταν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως συνέχεια των Βαλκανικών Πολέμων. Η πολιτική της Ελλάδος βασιζόταν στην Μεγάλη Ιδέα, βάσει της οποίας οι αλύτρωτες ελληνικές περιοχές και οι πληθυσμοί αυτών θα έπρεπε να ενσωματωθούν στο νέο ελληνικό κράτος. Ο Βενιζέλος όντας φιλότουρκος, επιδίωκε την δήθεν "επανασύσταση του Βυζαντίου" με ένωση της Ελλάδος και της Τουρκίας σε ένα ενιαίο συνομοσπονδιακό (δηλ. Ελληνοτουρκικό) κράτος. Η πρόφαση του ήταν η "υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας".
Η ρευστότητα της κατάστασης, που είχε προκαλέσει ο πόλεμος, σαφώς μπορεί να υπέκρυπτε σοβαρούς κινδύνους για την Ελλάδα. Όμως, η ρευστότητα αυτή δημιούργησε και τις ευκαιρίες που προαναφέραμε για την Ελλάδα, η οποία ήταν μία μικρή χώρα. Ο Βενιζέλος υπήρξε πάντοτε καιροσκόπος, η δε πολιτική του, κυνική, τυχοδιωκτική και υπέρμετρα τολμηρή, διότι υποτίμησε το ρίσκο της συμμαχίας της Ελλάδος με την Αντάντ. Πράγματι, ο Βενιζέλος είχε αντιληφθεί τις ευκαιρίες και θέλησε να τις εκμεταλλευτεί, ρισκάροντας με την συμμετοχή της Ελλάδος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Συμμαχώντας δε με τους νικητές του πολέμου, η Ελλάδα διατήρησε τα κεκτημένα της εδάφη, ενώ εξασφάλισε και νέα, καθόλου ευκαταφρόνητα, εδάφη.

                          Η    Σ Υ Γ Κ Ρ Ο Υ Σ Η    "Δ Υ Ο    Κ Ο Σ Μ Ω Ν"
Οι εκ δια μέτρου αντίθετες θέσεις των κορυφαίων της εξουσίας, όπως προαναφέρθηκε, ήταν η αιτία που προκλήθηκε ο Εθνικός Διχασμός. Ωστόσο, ο Εθνικός Διχασμός αποτελούσε εμφύλια αναμέτρηση στην πλειοψηφία της Παλαιάς Ελλάδας και στην πλειοψηφία των αλύτρωτων Ελλήνων των Νέων Χωρών. Οι πληθυσμοί από τις Νέες Χώρες που εντάχθηκαν στο ελληνικό κράτος με τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων αντιμετωπίστηκαν ρατσιστικά από τους Παλαιοελλαδίτες κρατικούς υπαλλήλους, ενώ το πρόβλημα επιδεινωνόταν από τους αλλοεθνείς πληθυσμούς των προσαρτημένων περιοχών.
Ήδη, η παραίτηση του Βενιζέλου, στις 6 Μαρτίου 1915, ήταν η απαρχή μιας σειράς γεγονότων που οδήγησαν στο διχασμό της Ελλάδας, που αποτελούταν από δύο παρατάξεις και ουσιαστικά από δύο κράτη. Όταν ο Βενιζέλος δημιούργησε κυβέρνηση στην Θεσσαλονίκη, στο πλευρό του είχε τους Έλληνες των Νέων Χωρών. Ο δε Κωνσταντίνος είχε την στήριξη, κυρίως, των Παλαιοελλαδιτών. Ο Εθνικός Διχασμός ορίστηκε ως η αντιπαράθεση ανάμεσα στο «κράτος» του Κωνσταντίνου και το «κράτος» του Βενιζέλου. Επρόκειτο για μία σύγκρουση ανάμεσα στην πλειοψηφία των Ελλήνων της Παλαιάς Ελλάδας και την πλειοψηφία των Ελλήνων των Νέων Χωρών. Η κατάσταση επιδεινώθηκε όταν οι δυνάμεις της Αγγλίας και της Γαλλίας απέκλεισαν την Αθήνα, καταδικάζοντας σε πείνα τον πληθυσμό της νότιας Ελλάδας. Τότε ο διχασμός οξύνθηκε ακόμη περισσότερο και στην Αθήνα λάμβαναν χώρα διαδηλώσεις κατά του Βενιζέλου. Τα Νοεμβριανά του 1916 που ακολούθησαν, τα οποία προαναφέραμε, άγγιξαν τα όρια του εμφυλίου πολέμου. Ο βαθμός της σύγκρουσης «δύο κόσμων» ήταν εξαιρετικά μεγάλος, δεδομένου ότι συνυπήρχαν δύο κράτη, των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης, τα οποία όριζαν και γεωγραφικά την κοινωνική σύγκρουση που σήμαινε ο Εθνικός Διχασμός. 

                                                                     Επίλογος
Ο Εθνικός Διχασμός, που επισκίασε την Ελλάδα την περίοδο 1915-1917, προκλήθηκε από την  διαφωνία του Βενιζέλου με τον Βασιλέα Κωνσταντίνο σχετικά με την στάση που θα έπρεπε να τηρήσει η χώρα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο πρώτος υποστήριζε την συμμαχία της Ελλάδας με τις δυνάμεις της Γαλλίας και της Αγγλίας, ενώ ο δεύτερος επέμενε στην ουδετερότητα της Ελλάδος.  Ωστόσο, ο Κωνσταντίνος λόγω συγγένειας και σπουδών και όντας Στρατάρχης του Γερμανικού Στρατού διατηρούσε άρτιες σχέσεις με τον Κάιζερ και την κυβέρνηση της Γερμανίας, η οποία ήταν η κύρια δύναμη του αντίπαλου συνασπισμού από αυτόν που στήριζε ο Βενιζέλος. Οι αντίθετες στάσεις του Βενιζέλου και του Βασιλιά επηρέασαν την ελληνική διπλωματία. Οι «δύο κόσμοι» που δημιουργήθηκαν, των βενιζελικών και των κωνσταντινικων, συγκρούστηκαν σφοδρά, ενώ τα όριά τους σηματοδοτούνταν και γεωγραφικά, στην Αθήνα και την Θεσσαλονίκη. Ο Βενιζέλος άσκησε τυχοδιωκτική πολιτική, αναλογιζόμενος τα οφέλη που θα αποκόμιζε η Ελλάδα από την πιθανή νίκη της Τριπλής Συμμαχίας (ή Αντάντ). Επιλογή η οποία τελικά, αντικατοπτρίζει τον ρόλο του και κατά την επικείμενη Μικρασιατική καταστροφή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου