Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΞΕΝΟΦΕΡΤΗ; ΟΧΙ!

Γράφει ο κ. Γεώργιος Μαυρογορδάτος, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης Πανεπιστημίου Αθηνών (αποσπάσπατα).

Μετά από συστηματική πλύση εγκεφάλου τα τελευταία τριάντα χρόνια, οι σημερινοί Έλληνες έχουν αποκτήσει σφοδρή προκατάληψη και πρωτόγονα αντανακλαστικά εναντίον του Βασιλικού θεσμού. Έτσι, ακόμη και σε πρόσφατη συζήτηση για την ακροδεξιά Λεπέν Τύπου, το φαινόμενο συνδέθηκε με την ύπαρξη βασιλοφρόνων στη ΝΔ το 1974, ενώ πρόκειται, βέβαια, για τελείως άσχετα ζητήματα. Τόσο τυφλή προκατάληψη μαρτυρεί (και αναπαράγει) πλήρη άγνοια όχι μόνο για το Βασιλικό θεσμό γενικά, αλλά και για την ελληνική ιστορία ειδικότερα. 
Υπήρξε τάχα «ξενόφερτη» η βασιλεία στη Νεότερη Ελλάδα; Αυτό είναι το μόνιμο αλλά εντελώς ανιστόρητο επιχείρημα, που συνήθως αρκεί για την συνοπτική απόρριψή της ή, σωστότερα, για τον εξορκισμό της. Ένα τέτοιο επιχείρημα θα είχε νόημα μόνο αν το νεοελληνικό Έθνος ΔΕΝ είχε παρελθόν (όπως π.χ. το αμερικανικό). Ωστόσο, ακόμη και αν εξαιρεθούν οι περίοδοι ξένης κατάκτησης (ρωμαϊκής και οθωμανικής), ο Ελληνισμός έζησε το μεγαλύτερο διάστημα υπό βασιλεία (ομηρική, μακεδονική, ελληνιστική, βυζαντινή). Στη διάρκεια 3.000 ετών, μοναδικό «φωτεινό διάλειμμα» υπήρξε η εξαφάνιση της βασιλείας για τέσσερις αιώνες περίπου στις αρχαίες Πόλεις-κράτη. Και τότε ακόμη, κραυγαλέα εξαίρεση υπήρξε η Σπάρτη. Με αυτό το Παρελθόν, που και οι σημερινοί Έλληνες διεκδικούν μαχητικά ως δικό τους (πρόσφατα στο πρόσωπο Μακεδόνων βασιλέων), ο χαρακτηρισμός της βασιλείας ως «ξενόφερτης» φαντάζει γελοίος ή πάντως σχιζοφρενικός. Εξάλλου, η χιλιόχρονη µοναρχική παράδοση του Βυζαντίου αποτυπώνεται ανεξίτηλα και στην Ορθοδοξία, όπως δείχνουν οι ανόητες διαµάχες για το λεγόμενο Πολυχρόνιο και την αναφορά του σε «βασιλείς». ∆εν είναι λοιπόν αλήθεια ότι η βασιλεία «επιβλήθηκε» τάχα από ξένες δυνάµεις σε ένα λαό µε δήθεν προαιώνια αντιβασιλικά γονίδια. Αρχικά, η αποδοχή της βασιλείας στη Νεότερη Ελλάδα υπήρξε σχεδόν καθολική, για προφανείς και πραγματιστικούς λόγους, τόσο εξωτερικούς όσο και εσωτερικούς. Η βασιλεία εξασφάλιζε την απαραίτητη υποστήριξη Μεγάλων Δυνάμεων για την ανεξαρτησία του νεοελληνικού κράτους, αλλά και για τη μελλοντική του επέκταση. Αποτελούσε επίσης εγγύηση εσωτερικής σταθερότητας και αποτροπής ανεξέλεγκτων εµφυλίων συγκρούσεων, όπως αυτές που συνόδευσαν τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Από την πρώτη στιγµή, το 1824, οι σχετικές διαµάχες δεν αφορούσαν τον ίδιο το βασιλικό θεσµό, αλλά µόνο την επιλογή βασιλέα. 
Σαράντα χρόνια αργότερα, οι Έλληνες είχαν την ευκαιρία να επιλέξουν οι ίδιοι βασιλέα στο δηµοψήφισµα του 1862. Η συντριπτική πλειοψηφία διάλεξε τότε τον πρίγκηπα Αλφρέδο της Μεγάλης Βρετανίας, δίνοντας έτσι στην κυβέρνησή της τη δυνατότητα να βρει εκείνη άλλον στη θέση του—τον µετέπειτα Γεώργιο Α΄. Παρά την αρνητική εµπειρία της βασιλείας επί Όθωνα, µόλις 93 επί συνόλου 241.202 ψηφισάντων επέλεξαν την αβασίλευτη δηµοκρατία το 1862. Ξενόφερτη υπήρξε πράγµατι (και εκ των πραγµάτων) όχι η βασιλεία, αλλά η δυναστεία—τόσο η πρώτη που δεν µπόρεσε να θεµελιώσει ο Όθων, όσο και η δεύτερη που εγκαινίασε ο Γεώργιος Α΄. Το ίδιο όµως ισχύει και σε πολλές χώρες που παραµένουν βασίλεια µέχρι σήµερα, χωρίς προοπτική πολιτειακής µεταβολής. Η βρετανική δυναστεία υπήρξε προϊόν εισαγωγής από τη Γερµανία πριν τρεις αιώνες. Η βελγική δυναστεία επίσης, πριν δύο σχεδόν αιώνες, µε ιδρυτή τον παρ’ολίγο δικό µας πρώτο βασιλέα Λεοπόλδο του Σαξ-Κοβούργου. Το πιο πρόσφατο και εύγλωττο παράδειγµα στην Ευρώπη αποτελεί η Νορβηγία. Όταν απέκτησε την ανεξαρτησία της το 1905, δεν δίστασε να επιλέξει ως βασιλέα ένα ∆ανό πρίγκηπα, παρά την εχθρότητα που τη χώριζε από τη ∆ανία µετά από αιώνες καταπίεσης των Νορβηγών από τους ∆ανούς. ∆εν εξηγείται λοιπόν η αποτυχία του βασιλικού θεσµού στη Νεότερη Ελλάδα απλώς και µόνο από το γεγονός ότι οι πρώτοι δύο βασιλείς ήσαναναγκαστικά ξένοι, αφού δεν υπήρχαν Έλληνες υποψήφιοι.
«Ντόπιο πράγµα!» φώναζαν γι’αυτόν οι πιστοί του στα συλλαλητήρια του 1916. [...] Η ισοβιότητα και η κληρονομική διαδοχή εξασφαλίζουν στη βασιλεία ένα ασυναγώνιστο πλεονέκτηµα στην εκπλήρωση συγκεκριµένης λειτουργίας:περισσότερο από οποιοδήποτε αιρετό αξίωµα, µπορεί να ενσαρκώνει την κρατική υπόσταση, συνέχεια και ανεξαρτησία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου