Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

ΟΛΗ Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΣΤΗΝ "ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ" (1)

Προλογίζει ένας εκ των διαχειριστών του "Δημοκρατικού Εθνικού Ρεύματος".

Τον Φεβρουάριο που μας πέρασε, ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος παραχώρησε στον διευθυντή του περιοδικού "Νέα Πολιτική" κ. Μελέτη Μελετόπουλο συνέντευξη εφ΄ όλης της ύλης. Ο κάθε Έλληνας που αναζητά την ιστορικά αλήθεια οφείλει να ενσκήψει με προσοχή στα όσα λέει ο Βασιλεύς διότι φωτίζει άγνωστες πτυχές της ιστορίας, λύνει απορίες και δίνει απαντήσεις για την ταραχώδη δεκαετία του 1960. Διαβάστε:

"Την συνέντευξη από τον πρώην Βασιλέα των Ελλήνων Κωνσταντίνο έλαβε ο διευθυντής της ΝΕΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ Μελέτης Μελετόπουλος. Την συνέντευξη ταυτόχρονα βιντεοσκόπησαν, μαγνητοφώνησαν και κατέγραψαν οι Γιάννης Χατζόπουλος και Β. Σπυράκος-Πατρώνας. Eπίσης, η συνέντευξη βιντεοσκοπήθηκε από επαγγελματικό τηλεοπτικό συνεργείο.

ΜΗΜ: Μεγαλειότατε, η προηγούμενη φορά που συναντηθήκαμε ήταν  η 25η Μαρτίου του 1967, λίγα μέτρα πιό μακρυά από το σημείο που βρισκόμαστε αυτήν την στιγμή, στο Σύνταγμα. Ήμουν πέντε χρονών, βρισκόμουν με την οικογένειά μου γωνία Όθωνος και Αμαλίας. Απέναντι, στον Άγνωστο Στρατιώτη, ήταν η κυβέρνηση, και μπροστά εσείς, έφιππος. Σας θυμάμαι πολύ καλά, σαν να σας βλέπω μπροστά μου.

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Με συγχωρείτε, δεν μπορώ να πω το ίδιο (γέλια).

ΜΗΜ:  Διατηρώ στην ανάμνησή μου αυτήν την εικόνα, σαν την εικόνα μιας άλλης εποχής, θα έλεγα την εικόνα μιας παραμυθένιας εποχής. Και ήθελα να σας ρωτήσω: πώς ήταν αυτή η κοινωνία που δεν υπάρχει πια;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Ίσως σας φαινόταν παραμυθένια επειδή ήμουν έφιππος! (γέλια) Στην πραγματικότητα ήταν  μία κανονική παρέλαση, όπως είναι σήμερα. Πίσω από εμένα ήταν η κυβέρνηση του Παρασκευόπουλου, οι στρατιωτικοί υπασπισταί. Δεν αλλάζει και πολύ από την σημερινή εικόνα. Η μόνη διαφορά είναι ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν ανεβαίνει πάνω στο άλογο! (γέλια)

ΜΗΜ: Σωστό και αυτό. Αυτή η κοινωνία πού ήταν διαφορετική από την σημερινή;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Όταν ζεις σε μία κοινωνία, την βλέπεις όπως είναι εκείνη την στιγμή. Εκ των υστέρων μόνον σκέφτεσαι ότι είναι καλύτερη ή χειρότερη. Μάλλον, όμως, η ποιότης των ανθρώπων ήταν πιο υψηλή.

ΜΗΜ: Αυτό  ισχύει και για τους πολιτικούς;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Γενικά ναι. Υπήρχε σεβασμός. Θυμάμαι τον Γεώργιο Παπανδρέου. Είχαμε άψογες σχέσεις, κυρίως διότι υπήρχε η διαφορά ηλικίας. Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν πρωθυπουργός-παππούς και εγώ ήμουν ο βασιλιάς-εγγονός ή κάπως έτσι. Ουδέποτε είχαμε ανταλλάξει σκληρές λέξεις. Ούτε και στις 15 Ιουλίου. Είχαμε διαφωνία, αλλά ήταν διαφωνία κυρίων.

ΜΗΜ: Υπήρχε, δηλαδή, ακόμα και στις πολιτικές αντιπαραθέσεις, σεβασμός.

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Αμοιβαίος. Είχα καλέσει τον Γεώργιο Παπανδρέου τον Φεβρουάριο του 1965 στα ανάκτορα. Ήταν η βασίλισσα, εγώ και το παιδί μου. Ήταν πολύ ευχάριστος στην παρέα, έλεγε ανέκδοτα και τα λοιπά. «Ξέρετε, κ. Πρόεδρε», του λέω σε κάποια στιγμή. «Εγώ πιστεύω ότι θα μας βάλουν να τσακωθούμε». «Ποιοί;», ρωτάει ο Παπανδρέου.  «Δεν ξέρω, αλλά το αισθάνομαι»,  του απάντησα, «και θέλω να κάνουμε το εξής: αν δείτε στο δικό μου περιβάλλον ο,τιδήποτε υπάρχει το οποίο σας ενοχλεί, παρακαλώ πάρτε ένα τηλέφωνο να μου το πείτε. Και δώστε μου παρακαλώ και μένα το δικαίωμα να κάνω το ίδιο, αν υπάρχει κάτι που με απασχολεί». Και τότε γυρίζει και μου λέει: «Άκουσε, Βασιλεύ» (γιατί το «Βασιλεύ» πάει με τον ενικό), «Άκουσε, Βασιλεύ, διαφωνία βασιλέως και δεξιάς είναι μια οικογενειακή υπόθεση, διαφωνία βασιλέως και δημοκρατικής παράταξης, είναι τραγωδία του έθνους».

ΜΗΜ: Πάρα πολύ σωστό.

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Αλλά όχι απολύτως αληθές.  Διότι όλα αυτά που έχω υποστεί στην ζωή μου, δεν ήρθαν από την παράταξη αυτή. Αλλά ήρθαν από την δεξιά. Τέλος πάντων. Είπα κάποια στιγμή στον Γεώργιο Παπανδρέου:  «Έχω μία σκέψη, εσείς έχετε μία σεβαστή ηλικία. Εγώ είμαι πολύ μικρός και βλέπω τα πράγματα με διαφορετικό τρόπο από τον δικό σας». Με ρωτά: «Για ποιό θέμα μιλάτε». Λέω: «κοιτάξτε να δείτε, πιστεύω ότι μπορούμε να κάνουμε και οι δυό μας μία κίνηση, η οποία θα σοκάρει μεν την Ελλάδα, αλλά είναι αναγκαία. Νομίζω ότι πρέπει να νομιμοποιήσουμε το ΚΚΕ».

ΜΗΜ: Πότε ακριβώς του το είπατε αυτό;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Το 1965, τον Φεβρουάριο ήταν. Θυμάμαι ότι πλησίαζε η άνοιξη. Λοιπόν, “Τί είπατε;», μου λέει. «Να νομιμοποιήσουμε το ΚΚΕ; Αυτό δεν θα το κάνω ποτέ». «Κύριε Πρόεδρε», του λέω, «κοιτάξτε να δείτε, αν δεν το κάνετε ποτέ, το σέβομαι, είστε πρωθυπουργός της Ελλάδος, αλλά μπορείτε να μου εξηγήσετε το γιατί;». «Πολύ ευχαρίστως. Θα χάσω πρώτα πρώτα όλους τους ψήφους από την αριστερά και δεν έχω κανέναν λόγο αυτό να το υποστώ. Και, δεύτερον, πώς θα αφομοιώσουμε όλους αυτούς που πήγαν στο παραπέτασμα;». Απαντώ: «Φαντάζομαι, κύριε Πρόεδρε, αν αποφασίσουμε να το κάνουμε, δεν θα χρειάζεται να το κάνετε το επόμενο πρωί. Θα το  κάνετε σιγά σιγά, να ετοιμαστεί η κοινωνία, ώστε να μπορέσει να  αφομοιώσει όλη αυτήν την  αλλαγή». «Όχι», μου λέει, «δεν με πείθετε, δεν θα το κάνω». Του λέω: «Εντάξει». Αλλά πίστευα, επειδή εγώ προέρχομαι από άλλη γενεά, ότι ποιός  ο λόγος να είναι μυστική η δύναμη αυτού του κόμματος. Να πούν ανοιχτά τι πιστεύουν και να πάει ο λαός να ψηφίσει ελεύθερα, τι θέλει και ποιούς θέλει.

ΜΗΜ: Αυτό ήταν μία σκέψη που είχε περάσει και από το μυαλό του πατέρα σας, του βασιλέως Παύλου, ή πρώτη φορά εσείς το σκεφθήκατε;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Τουλάχιστον εμένα δεν μου το είχε πει.

ΜΗΜ: Άρα το σκεφτήκατε εσείς ως ένας νέος άνθρωπος που ήθελε εκείνη την ώρα να αλλάξει το σκηνικό.

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Ακριβώς.

ΜΗΜ:  Δηλαδή ο Γεώργιος Παπανδρέου φοβόταν ότι θα μπορούσε να χάσει έναν αριθμό ψήφων.

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Αυτό πίστευε εκείνη την εποχή.

ΜΗΜ: Εκείνους τους μήνες της μεγάλης ανωμαλίας, στις αρχές του 1967, υπήρχαν πιέσεις προς εσάς από το Επιτελείο και την ανώτατη ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων να προβείτε σε προσωρινή αναστολή του Συντάγματος, σε διορισμό εξωκοινοβουλευτικής κυβέρνησης κτλ; Υπήρχαν παρόμοιες εισηγήσεις;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Όχι. Κοιτάξτε να δείτε, υπήρχε τεράστιος σεβασμός από τους αξιωματικούς προς το αξίωμα του βασιλέως. Και δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση. Εάν ο βασιλεύς αποφάσιζε να προβεί σε μία τέτοια χειρονομία, πώς θα αντιδρούσαν οι αξιωματικοί δεν ξέρω. Είναι πολύ δύσκολο να το ξέρω. Θα μπορούσε ένας αξιωματικός να μου πει: «συγγνώμη Μεγαλειότατε, μου λέτε να κατεβάσω τα άρματα, αλλά εγώ δεν τα κατεβάζω». Μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο. Αλλά, φαντάζομαι, αν αποφάσιζα να κάνω ένα κίνημα, θα συμμετείχαν όλοι.

ΜΗΜ: Άρα είναι  μύθος  η «χούντα των στρατηγών» που υπήρχε στο παρασκήνιο;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Δεν νομίζω ότι είχαν τέτοιες τάσεις. Και νομίζω ότι ένας λόγος που οι μικροί αξιωματικοί προσχώρησαν στο κίνημα, ήταν ότι οι στρατηγοί δεν είχαν τα κότσια να προχωρήσουν. Θυμάμαι κάτι που μου επιβεβαίωσε αργότερα αυτός ο ανεκδιήγητος ο Παπαδόπουλος (αυτός και οι φίλοι του είχαν ονομασθεί φυστικοπαρέα, γιατί έτρωγαν φιστίκια καθώς συνομωτούσαν!):  μόλις έγινε ο Τσιριμώκος πρωθυπουργός, τελευταία στιγμή διότι ο Στεφανόπουλος ηρνήθη, έγινε ένα τράνταγμα. Αλλά κατάλαβα ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις ήταν πολύ ευχαριστημένες, διότι θυμάμαι ότι εκείνη την ημέρα είχα πάει στην Θεσσαλονίκη για να απονείμω τα διπλώματα στην Σχολή Πολέμου και, παρ’ όλο που δεν επέτρεπα στους στρατηγούς να μου κάνουν πολιτική συζήτηση, δεν άντεξαν και έτρεξαν και μου είπανε συγχαρητήρια κτλ. Τους είπα να σταματήσουν, αλλά ήθελαν να δείξουν ότι αυτή η κίνηση που έκανα βάζοντας τον Τσιριμώκο ήταν μία κίνηση που θεωρούσαν σωστή. Αυτό μου το επιβεβαίωσε ο Παπαδόπουλος, λοιπόν, όταν περιμέναμε ώρες ολόκληρες [το φθινόπωρο του 1967] να γίνει η απόβαση των Τούρκων. Ξέρετε, είχε πάει 4 το πρωί και εκείνη την ώρα κάνεις διάφορες συζητήσεις. Μου είπε, λοιπόν, ότι είχαν πάρει απόφαση, εάν έπαιρνε ψήφο εμπιστοσύνης ο Τσιριμώκος (που δεν πήρε διότι ο Μαρκεζίνης ηρνήθη), να κάνουν αυτοδιάλυση. Και θυμάμαι που γύρισα και λέω του Παπαδόπουλου: «ώστε έτσι, θα κάνατε αυτοδιάλυση;» Μου απαντά ο Παπαδόπουλος: «ναι, έτσι είχαμε αποφασίσει, ότι τέρμα».

ΜΗΜ: Πότε αρχίσατε να σκέφτεστε να ανατρέψετε την χούντα;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ:  Από την πρώτη στιγμή. Κοιτάξτε να δείτε, το κίνημα (του Απριλίου 1967) από δικής μου πλευράς το πληροφορήθηκα περίπου 2-3 λεπτά μετά τις 2 τα ξημερώματα. Με πήραν τηλέφωνο και μου είπαν ότι γίνεται κάποια κίνηση αξιωματικών. Άλλοι έλεγαν ότι είναι κομμουνισταί και έχουν ντυθεί ως αξιωματικοί και τέτοια. Κυκλοφορούσαν φήμες παντού, αλλά ήταν ξεκάθαρο, πολύ γρήγορα, ότι γίνεται κάποιο κίνημα. Τουλάχιστον από την στιγμή που ειδοποίησαν εμένα, διότι πυροβολούσαν το διαμέρισμα του υπασπιστού μου, και άκουγα τις σφαίρες να περνούν μέσα στο σπίτι. Και του λέω: «Πήγαινε στο κάτω πάτωμα, γιατί μπορεί να σε χτυπήσει σφαίρα», γιατί όλο το σπίτι του το θέριζαν με αυτόματα. Εν πάση περιπτώσει, περίπου 5 λεπτά αφ’ ότου έγινε αυτό, είχα αποφασίσει ότι αυτοί πρέπει να φύγουν.

ΜΗΜ:  Άμεσα λοιπόν το σκεφτήκατε.

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ:  Άμεσα, άμεσα. Το μεγάλο θέμα για μένα ήταν πώς. Γιατί, ξέρετε, ποτέ δεν ένιωσα πιο μόνος απ’ όσο αισθάνθηκα εκείνο το βράδυ και την επόμενη μέρα. Όλη η τύχη της χώρας ήταν στα χέρια μου, και φοβόμουν πάρα πολύ ότι θα πηγαίναμε σε εμφύλιο. Ποιά μορφή θα έπαιρνε αυτός ο εμφύλιος είναι δύσκολο να το ξέρει κανείς. Αλλά, εν πάση περιπτώσει, εάν οι αξιωματικοί από την βόρειο Ελλάδα κατέβαιναν νοτιώτερα όταν θα αντιλαμβάνονταν ότι ο βασιλεύς ήταν αιχμάλωτος και γινόταν συμπλοκή, πατέρας θα σκότωνε γιο, αδελφός θα σκότωνε αδελφό, δηλαδή θα γινόταν ένα πράγμα αφόρητο, και αυτό το είχαμε περάσει ήδη στην δεκαετία του ΄40. Λοιπόν, ναι, να φύγει η χούντα, αλλά με τέτοιον τρόπο που να αποφύγουμε τον εμφύλιο.

ΜΗΜ: Και αυτός ο τρόπος ήταν η κυβέρνηση Κόλλια;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Στο Πεντάγωνο δεν μπορείτε να φανταστείτε τί φοβερή κατάσταση υπήρχε. Να πιάνουν τους στρατηγούς και να τους πετάνε μέσα στα δωμάτια. Όποτε έβγαινα έξω, ήταν όλοι σε στάση προσοχής, όποτε έμπαινα μέσα τους ξαναπιάνανε, τους έδερναν, τους χτύπαγαν, ήταν χάος. Λοιπόν, ο Παπαδόπουλος είχε μεγάλη αγωνία να γίνει πρωθυπουργός, και οι άλλοι τον ήθελαν, ήθελαν αμιγώς στρατιωτική κυβέρνηση και τα λοιπά. Και εγώ είπα ότι αυτό δεν γίνεται, αδύνατον. Αλλά δεν ήξερα ποιόν να κάνω πρωθυπουργό. Μου έλεγαν  «να κάνετε τον αρχηγό του στρατού πρωθυπουργό. Και μετά μου ήρθε η ιδέα του εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, αλλά το πρόβλημα ήταν ότι δεν ήξεραν ποιός ήταν.  Όταν είπα το όνομα του Κόλλια, γύρισαν ο ένας στον άλλον και έλεγαν «ποιός είναι αυτός επιτέλους;».

ΜΗΜ: Δική σας ήταν η σκέψη για τον Κόλλια;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Δική μου. Η χούντα αναζήτησε λοιπόν τον Κόλλια. «Έλα εδώ εσύ»! (σε τέτοιο ύφος). «Τί είπατε;». «Έλα εδώ». «Τί θέλετε;». «Μας είπανε να σε κάνουμε πρωθυπουργό». «Πηγαίνετε έξω», τους είπε. Και τους έδιωξε. Δεν αστειευόταν, ήταν πολύ τζώρας! Την ώρα που έφευγα από το Πεντάγωνο, μετά από 6 ώρες, τον είδα να φτάνει. Ήταν όπως το πουκάμισο, άσπρος, και εγώ τα ίδια. Είχα ήδη μπει στο αυτοκίνητο. «Λοιπόν», μου λέει, «τί συμβαίνει;». Του λέω: «Κύριε Κόλλια, η  χώρα μας έχει μπει στο σκοτάδι. Θα σας δώσω την εντολή να γίνετε πρωθυπουργός.  Άν δεν δεχθείτε, το οποίο είναι δικαίωμά σας, ο τόπος θα καταστραφεί. Λοιπόν, ελπίζω να δεχθείτε, παρ’ όλο που φαίνεται πολύ δύσκολο το έργο που αναλαμβάνετε». Ευτυχώς δέχθηκε. Δέχθηκε κυρίως, και το σέβομαι, γιά μένα, θυσιάστηκε για μένα.

Μετά από μερικές ημέρες, και  αφού είχαν ηρεμήσει τα πράγματα, ο Κόλλιας μου λέει: «Πρέπει να υπογράψετε συντακτική πράξη». «Τί είπατε;», ρωτάω. «Τί συντακτική πράξη;». «Κατάργηση των ελευθεριών του ελληνικού λαού και τα λοιπά και τα λοιπά». «Κύριε Κόλλια μου, με συγχωρείτε πάρα πολύ, αλλά εγώ τέτοια υπογραφή δεν βάζω ό, τι και να γίνει. Νόμους θα υπογράψω, αλλά συντακτική πράξη δεν θα υπογράψω ποτέ στην ζωή μου.

ΜΗΜ:  Εκείνο το εξάμηνο, από τον Απρίλιο  μέχρι τον Δεκέμβριο του 1967, κάνατε ένα είδος πολιτικής απεργίας, δηλαδή απείχατε από εκδηλώσεις, είχατε απομονωθεί. Θέλατε να δείξετε ότι δεν εγκρίνατε αυτή την κατάσταση; Είχατε επαφές με την χούντα εκείνη την εποχή;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Κάθε μέρα, διότι ήταν κυβέρνηση. Αλλά  από την αρχή κατάλαβα ότι ήταν αδύνατον να επικοινωνήσω με τον ελληνικό λαό. Διότι αν πήγαινα στο ραδιόφωνο,  δεν θα με άφηναν. Ζήτησα λοιπόν φωτογράφο. Δεν είχε σκεφθεί κανένας να έρθει φωτογράφος στα ανάκτορα. Εγώ ζήτησα. Μου λένε «τί πάθατε;». Απαντώ: «Πρέπει να βγει μια φωτογραφία, γιατί ο λαός πώς θα ξέρει ποιά είναι η κυβέρνηση». Ενώ συνήθως χαμογελάω σε τέτοιες περιπτώσεις, στην φωτογράφηση ήμουν ιδιαίτερα συνοφρυωμένος, για να καταλάβει ο λαός.

ΜΗΜ:  Ότι αποδοκιμάζετε.

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Ναι. Η  μεγάλη δυσκολία ήταν να βρεις  ανθρώπους που δεν θα σε προδώσουν.  Εν πάση περιπτώσει, ήμουν νέος στην ηλικία και έπαθα τεράστιο σοκ με το κίνημα. Πρώτον, με το γεγονός ότι έγινε το κίνημα, και δεύτερον με αυτούς που το έκαναν.

ΜΗΜ: Περιμένατε ποτέ ότι θα γίνει κίνημα επί της βασιλείας σας;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ:  Όχι. Δεν το περίμενα.

ΜΗΜ:  Ποιά πρόσωπα έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στον σχεδιασμό και στην ενθάρρυνσή σας προς την κατεύθυνση του κινήματος;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ:  Αρκετοί.  Αλλά έπρεπε να βρω ανθρώπους σιγά σιγά, να δω πώς σκέφτονται, με ποιά πλευρά είναι, γιατί η προδοσία ήταν πολύ εύκολη. Θυμάμαι το αίσθημα ότι σε παρακολουθούν πρωί και βράδυ.

ΜΗΜ: Από το Επιτελείο, σας βοήθησαν στρατηγοί, αξιωματικοί κτλ.;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Ναι, βεβαίως, όπως ο διοικητής της Στρατιάς Κόλλιας (συνωνυμία με τον πρωθυπουργό). Το στρατηγείο είχε μεταφερθεί στην Κομοτηνή. Κανόνισα ακρόαση με τον στρατηγό Κόλλια και  αμέσως μετά με τον διοικητή του Γ΄Σώματος Στρατού. Ο Κόλλιας ήταν παλαιός υπασπιστής του πατέρα μου, τον ήξερα από παιδί, τον εμπιστευόμουν. Επειδή μου είχαν βάλει ανθρώπους μέσα στα ανάκτορα για να με παρακολουθούν, καθυστέρησα τον έναν μέχρι να έρθει ο άλλος, για να φανεί ότι τυχαίως βρεθήκαμε, γιατί ήξερα τί αναφορά θα πήγαινε κάτω. Ο στρατηγός εισηγήθηκε η προσπάθεια να γίνει ή 12 ή 13 ή 14 Δεκεμβρίου. Εμένα αυτό δεν μου πήγαινε. Τον ρωτάω: «Γιατί αυτές οι ημερομηνίες;», Μου απαντά: «Διότι είμαστε όλοι ακόμα οπλισμένοι [λόγω της πρόσφατης ελληνοτουρκικής κρίσης], όμως τώρα που έχει πέσει η διαπραγμάτευση με την Τουρκία και έχουν ομαλοποιηθεί τα πράγματα, θα παραδώσουμε τα πυρομαχικά, όπως και η αεροπορία και ο στρατός, και θα είναι πολύ πιο δύσκολο το εγχείρημα. Διαλέξτε μεταξύ αυτών των ημερών».  Εμένα δεν μου πήγαινε, γιατί διαισθανόμουν ότι δεν είμαστε έτοιμοι, η προσπάθεια που είχα κάνει δεν επαρκούσε, γιατί το εγχείρημα ήταν δύσκολο. Κυρίως όταν το περιμένουν κιόλας.

ΜΗΜ: Άρα είχατε διαισθανθεί ότι δεν είχε ολοκληρωθεί η προετοιμασία.

Β.ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Ναι. Όλα αυτά έγιναν όταν ήμουν 27 χρονών. Θυμάμαι την ημέρα που οι συνεργάτες μου [στο Τατόι] επέλεξαν αυτές τις ημερομηνίες: αφού τελείωσε η συζήτηση, τους είπα ότι «Κάνετε καλά, αλλά πρέπει να πιάσετε την Θεσσαλονίκη». Έμεινα εμβρόντητος όταν μου είπαν: «Τί να την κάνουμε». Τους απάντησα: «βρε παιδιά, είναι η δεύτερη πρωτεύουσα, η συμπρωτεύουσα, τι με ρωτάτε τί να την κάνουμε;». Κατάλαβαν και είπαν ότι «θα φτιάξουμε τα σχέδια» κτλ.
Έφυγαν λοιπόν οι δύο στρατηγοί, πήρα το μικρό ελικόπτερο που είχα, προσγειώθηκα στο Στάδιο και πήγα στο γραφείο μου. Ο μεν Περίδης πήγε στο αεροδρόμιο του Τατοΐου, γιά να μεταφερθεί αεροπορικώς στην Καβάλα και από εκεί στην Κομοτηνή, και ο Κόλλιας έφυγε με αυτοκίνητο γιά την Λάρισσα, γιά το Στρατηγείο. Και εγώ πήγα στο γραφείο μου, γιατί είχα ακροάσεις.
Χτυπάει το τηλέφωνο και ήταν ο αρχηγός του στρατιωτικού μου επιτελείου, ο Δόβας, και μου λέει: «Φύγετε από το γραφείο σας και ελάτε αμέσως εδώ». Του λέω: «Στείλτε τον υπασπιστή υπηρεσίας να καθίσει εδώ μέχρι να γυρίσω». Μπήκε ο υπασπιστής μέσα και κάθησε στην θέση μου. Πήγα στο διπλανό δωμάτιο. Βλέπω τον Δόβα και είχε δύο τηλέφωνα στο χέρι του. Τον ρωτάω: «γιατί έχεις τα τηλέφωνα;». «Στο ένα είναι ο Περίδης, και στο άλλο είναι ο Κόλλιας», μου απαντά. «Μα αυτοί», λέω, «έχουν φύγει, ο Περίδης θα πετάει προς την Καβάλα, ο Κόλλιας πρέπει να είναι καθ’ οδόν προς Λάρισσα». Μου λέει: «τους έχω και τους δύο στο τηλέφωνο». Πήρα το τηλέφωνο. Μου λένε, και ο ένας και ο άλλος, «έχουμε διαταγή να γυρίσουμε πίσω, να παρουσιαστούμε στο Πεντάγωνο». Τους λέω: «αν πάτε στο Πεντάγωνο τώρα, και έχουν αντιληφθεί ότι υπάρχει περίπτωση κινήματος, θα συλληφθείτε και τελειώνει η υπόθεση. Εάν δεν πάτε, θα τους φανεί περίεργο. Άρα πρέπει να κάνουμε το κίνημα αυτή την στιγμή». Απάντησαν: «πάρτε την απόφαση, εμείς ό,τι διατάξατε θα κάνουμε».  Τους λέω: «περιμένετε στο τηλέφωνο».
Βγήκα έξω και άρχισα να καπνίζω. Σκεπτόμουν τι να κάνω.  Ρωτάω τον Δόβα:  «εσείς, στρατηγέ, πώς τα βλέπετε;». «Εγώ», μου απαντά, «σας δίδαξα στρατιωτική τέχνη. Το θέμα είναι ο αρχηγός ή ο διοικητής να έχει όλες τις πληροφορίες. Εσείς ξέρετε τι γίνεται, ξέρετε τι σας είπαν οι στρατηγοί, πρέπει να πάρετε μία απόφαση, ή θα παρουσιαστούν ή δεν θα παρουσιαστούν, κάντε καλά». Του απαντώ: «Ευχαριστώ πολύ για την εισήγηση»… Σκέφτηκα ότι ήταν αδύνατον να τους πω να μην πάνε, γιατί θα έπρεπε να κάνουμε το κίνημα εκείνη την στιγμή. Ήταν σχεδόν αδύνατον να μαζέψω κόσμο και να κάνω το κίνημα εκείνη την στιγμή. Οπότε τους είπα: «Πηγαίνετε να παρουσιαστείτε αυτήν την στιγμή, και εγώ θα σας στείλω ανθρώπους να παρακολουθούν». Φώναξα την ασφάλειά μου και τους έντυσα με πολιτικά. Πήρανε τα γουώκι τώκι και τους είπα: «παρακολουθείτε το Πεντάγωνο, εάν δείτε περίεργες κινήσεις, ξαφνικές κινήσεις κτλ. πάρτε με τηλέφωνο», γιατί θα καταλάβαινα ότι πράγματι θα τους είχαν συλλάβει. Τους θέλανε για το Κυπριακό, δήθεν.

ΜΗΜ: Πότε έγινε αυτή η φάση που περιγράφετε;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Αυτό πρέπει να έγινε αρχές Δεκεμβρίου, αλλά πρέπει να κοιτάξω τα χαρτιά μου, δεν είμαι σίγουρος.

ΜΗΜ: Άρα υπήρχε περίπτωση να εκραγεί νωρίτερα το κίνημα.

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Αν είχα πάρει τέτοια απόφαση, ναι. Αν τους έλεγα «να μην πάτε, να μην παρουσιαστείτε», θα έπρεπε να πάνε στις μονάδες τους, να δώσουν εντολές και να ξεκινήσουν. Αλλά εγώ ήμουν ακόμα στην Αθήνα, έπρεπε να μαζέψω την οικογένειά μου, να φύγουμε, να πάμε στην βόρειο Ελλάδα. Έπρεπε να ετοιμάσω το ναυτικό, την αεροπορία, δεν ήταν κανένας έτοιμος.

ΜΗΜ: Γιατί σκεφτήκατε την Θεσσαλονίκη, και την βόρειο Ελλάδα γενικώτερα ως κέντρο βάρους του κινήματος; Δεν σκεφτήκατε να  κάνετε στην Αθήνα το κίνημα;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Σκέφτηκα πολλές φορές γιατί πρέπει να κάνω εγώ το κίνημα.

ΜΗΜ: Αυτό είναι ενδιαφέρον, εξηγήστε το παρακαλώ.

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Διότι κανονικά το κίνημα έπρεπε να το κάνουν οι στρατηγοί. Τι δουλειά είχα εγώ, τι δουλειά είχε ο βασιλιάς να φεύγει από τα ανάκτορα και να κάνει κίνημα. Αλλά, ξέρετε, υπάρχει αυτή η ευθυνοφοβία. Και τελικά δεν θα το έκανε κανείς.

ΜΗΜ: Δηλαδή, αν δεν το κάνατε εσείς, δεν θα το έκανε κανείς.

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Και αναγκάστηκα να το κάνω εγώ.

ΜΗΜ: Εάν  επετύγχανε το κίνημα, ποιό είναι το σχέδιο που είχατε στο μυαλό σας για την επόμενη μέρα;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ:  Το μόνο πράγμα που με απασχολούσε ήταν πως θα πετύχει αυτή η ενέργεια. Άσχετα αν υπήρχαν στρατηγοί κτλ., ήταν δική μου ευθύνη. Λοιπόν, εγώ φταίω για την αποτυχία, αλλά μην ξεχνάτε ότι κάτι κάναμε. Μπορούσα κάλλιστα να κάθομαι στα ανάκτορα, να συνεχίζεται η ζωή έτσι. Αλλά ήταν αδύνατον να μην αντιδράσω όταν υπήρχαν  9000 κρατούμενοι.

ΜΗΜ: Είχατε σκεφθεί το πρόσωπο που θα ορίζατε πρωθυπουργό σε περίπτωση επιτυχίας;

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ:  Άπαξ και ήμουν κύριος της καταστάσεως, το πρώτο πράγμα που θα έκανα, θα ήταν να ανοίξω όλες τις φυλακές, να φύγει ο κόσμος να πάει σπίτι του. Θα  απελευθέρωνα τον Παπανδρέου, όλους τους πολιτικούς,  και τον κομμουνιστή τον γερο- Πασσαλίδη. Και θα τους φώναζα όλους και θα τους έλεγα: «τώρα, κύριοι, πρέπει να κάνουμε οικουμενική κυβέρνηση».

ΜΗΜ:  Ώστε οικουμενική είχατε στο μυαλό σας. Τόση ώρα που μιλάτε, μου έρχεται αυθόρμητα η εξής σκέψη, δεν είχα σκεφτεί να σας ρωτήσω, αλλά θα σας ρωτήσω τώρα, όμως: πώς ένα παιδί 25 χρονών, 27 χρονών, όπως ήσασταν εσείς τότε, μπορεί να διαχειριστεί αυτό το τόσο πολύπλοκο σκηνικό.

Β. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ: Κοιτάξτε να δείτε, ο πατέρας μου ήταν πολύ σοφός άνθρωπος, και όταν δεν ήμουν στο σχολείο, είτε το Σαββατοκύριακο είτε τις γιορτές, με είχε πάντα στις ακροάσεις του. Δεν είχα δικαίωμα να μιλήσω μέχρις ότου γίνω 18 χρονών και γίνω θεσμικός παράγων αυτού του κράτους (τότε άρχισα να αναλαμβάνω καθήκοντα αντιβασιλέως όταν έφευγε ο πατέρας μου στο εξωτερικό). Μέχρι τότε δεν είχα δικαίωμα να μιλήσω στις ακροάσεις. Άπαξ και έγινα 18 ετών, μπορούσα να μιλήσω.

Νομίζω ότι η εκπαίδευση την οποία μου έδωσε ο πατέρας μου όλο αυτό  το διάστημα εβοήθησε, δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία. Εβοήθησε επίσης και το σχολείο που πήγα, ο τρόπος που λειτουργούσε αυτό το σχολείο."

Συνεχίζεται...

Πηγή: περιοδικό "Νέα Πολιτική".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου