Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013

ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ (2)

- Τέλος σαφώς χριστολογικές είναι και οι περικοπές Σοφ. Σολ. 2, 12-20. 18, 15-16.
Έτσι προφητεύτηκαν: η κατά σάρκα πατρίδα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού[lxxxix], οι κατά σάρκα πρόγονοί Του[xc], η Παρθένα Μητέρα Του[xci], η θεανθρώπινη υπόστασή Του[xcii], η προσκόμισή Του ως βρέφους στον Ναό[xciii], η προσκύνηση των μάγων[xciv], η σφαγή των αθώων νηπίων[xcv], ο Πρόδρομος[xcvi], το κήρυγμα του Προδρόμου[xcvii], το πρώτο άκουσμα του κηρύγματος της νέας θρησκείας[xcviii], οι υπό του Κυρίου θαυματουργικές θεραπείες[xcix], το κήρυγμα του ευαγγελίου[c], η γλυκύτητα και ταπεινοφροσύνη του Κυρίου[ci], η θριαμβευτική είσοδός Του στα Ιεροσόλυμα[cii], η ενέδρα κατά ‘’του δικαίου” από τους ελεγχομένους από Αυτόν για τη θανάτωσή Του, ο οποίος, έλεγαν, ‘’μας κατηγορεί ότι παραβαίνουμε τον Νόμο… προσποιείται ότι έχει γνώση του Θεού και ονομάζει τον εαυτό του παιδί του Κυρίου… διότι εάν πράγματι είναι ο δίκαιος υιός Θεού, θα τον βοηθήσει και θα τον γλυτώσει απ’ τα χέρια των εχθρών του”[ciii]. Το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας που τελέστηκε και συστάθηκε από Αυτόν[civ], η αγωνία του Ιησού[cv], η προδοσία του Ιούδα[cvi], η καταδίκη του Ιησού[cvii], τα πάθη του Κυρίου[cviii], η ανάστασή Του[cix], η άφεση των αμαρτιών δι’ Αυτού[cx], και η σωτηρία εκείνων, που πιστεύουν στον Εσταυρωμένο[cxi], η ανάληψή Του[cxii], η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος[cxiii] και η επιστροφή των εθνών στον Χριστό[cxiv].
Επίσης στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό αναφέρονται στην Κ.Δ. και άλλα χωρία της Π.Δ.[cxv], χριστολογικά δε είναι και το χωρίο Σοφ. Σολ. 2, 12-30 και τα μεσσιανικά χωρία των ιουδαϊκών αποκρύφων, στα οποία προλέγεται, ότι στον φυσικό, κοινωνικό και ηθικό κόσμο θα συμβούν ταραχές και ακαταστασία παντός είδους, θα εμφανιστεί ως πρόδρομος του Μεσσία ο Ηλίας[cxvi] και ακολούθως αιφνιδιαστικά[cxvii] ο ‘’Μεσσίας”, ο ‘’Χριστός”, ο ‘’υιός του ανθρώπου”, ο ‘’εκλεκτός”, ο ‘’υιός του Θεού”, ο ‘’υιός του Δαβίδ”, ο ‘’αγνός βασιλιάς”[cxviii], νικητής των εχθρικών δυνάμεων, των οποίων κορυφαίος είναι ο αντίχριστος, οι οποίες θα εκμηδενιστούν, η δε Ιερουσαλήμ θα ανακαινισθεί σε πνευματική μητρόπολη του νέου Ισραήλ της χάριτος.
Σε αντίθεση προς το σαφές αυτό νόημα της Μεσσιανικής προφητείας στην Π.Δ., η οποία εκπληρώθηκε στον Ιησού Χριστό, οι Ιουδαίοι θεωρούσαν και περίμεναν επίγειο Μεσσία, ο οποίος θα καθιστούσε τον Ιουδαϊσμό κυρίαρχο όλου του κόσμου υπό τον Μεσσία, ως βασιλέα επίγειο, κατά πλήρη παρανόηση χωρίων της Π.Δ.[cxix], ερμηνεύοντες κατά γράμμα μέσα στο πλαίσιο και υπό το πρίσμα του αυστηρού και κλεισμένου στον εαυτό του ιουδαϊκού εθνικισμού. Στο βασίλειο αυτό, το επίγειο κατά την Ιουδαϊκή εκδοχή, θα υπάρχουν όλα τα αγαθά, θα σημειώσει αυτό επάνοδο στην χρυσή εποχή και της βασιλείας αυτής δεν θα υπάρχει τέλος. Τελευταία θα επακολουθήσει η ανακαίνιση του κόσμου (‘’παλιγγενεσία”)[cxx], ανάσταση των δικαίων ψυχών και τελική κρίση.
Για όλες τις προσδοκίες επίγειου Μεσσιανισμού οι Ιουδαίοι επεκαλούντο χωρία της Π.Δ., ιδιαιτέρως προφητικά, από τα οποία προσδοκούσαν κοσμικό βασιλέα, αλλοιώνοντας το πραγματικό μεσσιανικό τους νόημα με βάση τις εθνικιστικές τους προκαταλήψεις, ενώ τα χωρία αυτά αναφέρονταν στην ενανθρώπηση του αιώνιου βασιλέα και στον εγκαινιασμό απ’ αυτόν της ουράνιας αιώνιας βασιλείας, ήτοι στο πρόσωπο και το έργο του πραγματικού Μεσσία Θεανθρώπου Ιησού Χριστού, όπως ο ίδιος αποσαφηνίζει αυτό εξ αφορμής ερωτήσεως του Πιλάτου[cxxi].
Και στην Κ.Δ. αντικατοπτρίζονται οι ιδέες αυτές, αλλά αποδίδεται σ’ αυτές η αληθινή τους έννοια. Έτσι λ.χ. μεγάλες καταστροφές αναμένονται ως επικείμενες, ως εκδήλωση ‘’οργής” του Θεού[cxxii], αλλ’ αυτές αναφέρονται στην καταστροφή της Ιερουσαλήμ, που σκοτώνει τους προφήτες και τον Χριστό.
Αναμενόταν από τους σύγχρονους του Κυρίου Ιουδαίους ο Ηλίας[cxxiii], αλλά ο Κύριος αποσαφηνίζει, ότι ο Ηλίας ήλθε[cxxiv] στο πρόσωπο του Ιωάννη του Προδρόμου και Βαπτιστή[cxxv]. Ο λαός αναμένει τον Μεσσία-Χριστό την εποχή, κατά την οποία Αυτός πραγματικά φάνηκε και χαιρετίζει τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό ως τον προσδοκώμενο Μεσσία. Για την καταγωγή του, οι άνθρωποι του λαού ή αναφέρονται στην προφητεία για την Βηθλεέμ, αποκλειομένης της Ναζαρέτ, ή ομολογούν άγνοια[cxxvi]. Πάθη και ανάσταση του Μεσσίου δεν περίμενε ο σύγχρονος με τον Ιησού Χριστό ιουδαϊκός κόσμος[cxxvii], ως εκ τούτου, διαμαρτυρόμενοι έλεγαν προς αυτόν: ‘’Εμείς ακούσαμε από τον Νόμο, ότι ο Χριστός μένει στον αιώνα και πως εσύ λέγεις, ότι πρέπει να υψωθεί ο υιός του ανθρώπου;”[cxxviii], η οποία όμως ένσταση προφητεύεται[cxxix]. Εξ αυτού και η μεταμέλεια και αυτοκτονία του Ιούδα, όταν διαπίστωσε την ταύτιση του Ιησού με τον αναμενόμενο Μεσσία[cxxx].
Και αυτοί οι Απόστολοι μέχρι της αναστάσεως του Κυρίου ‘’δεν είχαν έως τότε καταλάβει τη Γραφή, ότι πρέπει αυτός να αναστηθεί από τους νεκρούς”[cxxxi], όπως ακριβώς διαπιστώνεται και από τον διάλογο μεταξύ του αναστημένου Κυρίου και των πορευομένων στους Εμμαούς.
Η μάχη κατά των εχθρικών δυνάμεων είναι στην Κ.Δ. μάχη του Χριστού προς εξόντωση του διαβόλου[cxxxii], του οποίου η δύναμη εκμηδενίζεται[cxxxiii]. Η ανακαινιζόμενη Ιερουσαλήμ δεν είναι η επίγεια, η οποία, καθώς προείπε ο Κύριος[cxxxiv], κατασκάφθηκε και ερημώθηκε το 70 μ.Χ. από τον Τίτο, αλλά η ουράνια και πνευματική, η νέα Ιερουσαλήμ, η Εκκλησία του Χριστού[cxxxv]. Μέλη αυτής είναι οι πιστοί, εκείνοι που συναποτελούν τον νέο Ισραήλ, οι διασκορπισμένοι δε του Ισραήλ είναι όλοι οι λαοί, που βρίσκονται εκτός του Χριστιανισμού[cxxxvi], οι οποίοι θα λάβουν τη θέση, την οποία ήδη δυνάμει έχουν στην Εκκλησία του Κυρίου, στην μία ποίμνη υπό έναν ποιμένα[cxxxvii]. Η ιδέα αυτή, ότι ο Μεσσίας μπορεί να στραφεί και προς τα έθνη, εκπλήσσει τον εθνικισμό των Ιουδαίων[cxxxviii]. Τέλος, η αιώνια βασιλεία είναι η βασιλεία του Ιησού Χριστού[cxxxix]. Ο ίδιος χαρακτηρίζει την Ιερουσαλήμ ως πόλη του μεγάλου βασιλέως[cxl] και αποστέλλει τους μαθητές Του, για να κηρύξουν το ‘’ευαγγέλιο της βασιλείας” και ‘’την βασιλεία των ουρανών”[cxli] ή ‘’την βασιλεία του Θεού”[cxlii].
Η βασιλεία αυτή δεν είναι επίγεια, ‘’εκ του κόσμου τούτου”, όπως περίμεναν και οι Ιουδαίοι και αυτοί ακόμη οι μαθητές του Χριστού[cxliii], αποδίδοντες σ’ Αυτόν τον κοσμικό τίτλο, άλλοτε μεν σοβαρά, άλλοτε δε ειρωνικά – κατ’ αυτού του τίτλου διαμαρτυρόντουσαν οι αρχιερείς[cxliv] – αλλά είναι βασιλεία πνευματική[cxlv]. Ο Κύριος, ο ίδιος, αποκαλύπτει, ότι είναι ο προσδοκώμενος Μεσσίας με ομολογία για τον εαυτό Του επισημότατη, αυθεντικότατη και κατηγορηματική[cxlvi]. Οι σύγχρονοί Του Τον αποδέχονται ως κοσμικό βασιλέα, που κατάγεται από ορισμένο τόπο[cxlvii], ενώ Εκείνος αποκαλύπτει την ουράνια προέλευσή Του[cxlviii], υπενθυμίζοντας, ότι, αν και αποκαλείται ‘’υιός Δαβίδ”, όμως καλείται από τον Δαβίδ ‘’κύριος”, όντας, ως Θεός, ανώτερος των αγγέλων[cxlix].
Διευκρίνησε δε ο Κύριος στους σύγχρονούς του, ότι ο Μεσσίας, που τους είχε υποσχεθεί θα ήταν ταπεινός, θα υφίστατο διωγμούς και προπηλακισμούς, θα αποκρουόταν από τις ιουδαϊκές αρχές και θα θανατωνόταν απ’ τους εθνικούς, στους οποίους θα τον παρέδιδαν οι Ιουδαίοι[cl]. Λίγο πριν τον θάνατό Του υπενθυμίζει, ότι αυτά όλα έχουν προλεχθεί στις Γραφές από τους προφήτες[cli], ενώ οι σύγχρονοί Του ξαφνιάζονται, έχοντας άλλη ιδέα για τον Μεσσία[clii].
Τα γεγονότα απέδειξαν, ότι η πλήρης έννοια των μεσσιανικών προφητειών, την οποία ο Κύριος αποκάλυψε, ήταν άγνωστη στο σύγχρονο περιβάλλον Του[cliii]. Τον Μεσσία οι Ιουδαίοι τον φαντάζονταν ως κοσμικό βασιλέα αιωνίου διαρκείας[cliv]. Η βασιλεία του Θεού θα ήταν, κατ’ αυτούς, βασιλεία του Ισραήλ σε όλα τα έθνη, εγκαινιαζόμενη με την ανάρρηση κοσμικού βασιλέα στον θρόνο Δαβίδ στην επίγεια Ιερουσαλήμ[clv]. Την ελπίδα αυτή διέψευσε ο Κύριος, ομιλώντας προς τους Φαρισαίους[clvi]. Διευκρίνησε ο Κύριος, ότι η βασιλεία του Θεού δεν είναι βασιλεία κοσμικών αξιωμάτων και φιλοδοξιών[clvii]. Υπήκοοί της είναι οι πτωχοί, οι καταδιωγμένοι, οι θλιμμένοι, οι πράοι και ειρηνοποιοί, οι αδικούμενοι, οι ελεήμονες, οι καθαροί στην καρδιά, εκείνοι που περνούσαν τη ζωή τους θεοφιλώς, σύμφωνα με τις εντολές του Θεού[clviii], οι ταπεινοί και αγνοί και μικροί, όπως τα παιδιά[clix], εκείνοι που αρνούνται τις απολαύσεις και τα πλούτη[clx], οι απαρνούμενοι τους εαυτούς τους και υπομένοντες τις δοκιμασίες[clxi], εκείνοι που αναγεννώνται στη νέα ζωή[clxii], στους οποίους αποκαλύπτει ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ότι η βασιλεία του Θεού είναι μέσα τους[clxiii], αυτή δε, κατά κύριο λόγο, πρέπει κάποιος να ζητεί”[clxiv].
Η εκδίωξη των δαιμόνων[clxv] και το περί της βασιλείας του Θεού κήρυγμα των Αποστόλων και Μαθητών του Χριστού[clxvi] είναι εξωτερικές εκδηλώσεις της σύγχρονης με την ενανθρώπηση του Κυρίου εγκαινιασθείσης αιώνιας πνευματικής βασιλείας, η οποία είναι ριζικά διαφορετική από τη γήϊνη βασιλεία, λόγω της προελεύσεως και της ουσίας της[clxvii].
Η βασιλεία του Θεού, λόγω της φύσεώς της, είναι πάντοτε ‘’εν τω γίγνεσθαι”[clxviii], γι’ αυτό και οι μαθητές του Χριστού πρέπει να προσεύχονται διαρκώς υπέρ αυτής[clxix]. Για να διαφωτίσει ο Κύριος την αλήθεια περί της βασιλείας του Θεού μεταχειριζόταν παραβολές[clxx]. Αν και πνευματική η βασιλεία του Θεού, δεν είναι αόρατη. Ταυτίζεται με την Εκκλησία του Χριστού· έχει ιδρυθεί επί της γης ως αναβίωση του αρχαίου παραδείσου της προπτωτικής περιόδου, επεκτείνεται στην άλλη ζωή, ανάγοντας τα μέλη της στους ουρανούς και εξασφαλίζοντας σ’ αυτά αιώνια ζωή με ατελείωτη μακαριότητα[clxxi].
Σύμφωνα μ’ αυτά, η μεσσιανική Αλήθεια είναι η μεσσιανική συνείδηση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο οποίος πραγματοποίησε στον εαυτό Του την μεσσιανική προφητεία της Π.Δ. σύμφωνα με το αληθινό της νόημα, είναι δε διαφορετική από την παρανόηση των μεσσιανικών αντιλήψεων του Ιουδαϊσμού. Αυτός δέχεται τον Μεσσία πρωτίστως ως πολεμιστή και κρατικό άνδρα, ο οποίος στο τέλος των χρόνων θα θεμελίωνε ιουδαϊκή κοσμοκρατορία, που θα είχε κέντρο την Ιερουσαλήμ. Ότι και μεταξύ των Ιουδαίων υπήρχαν οι αντιφρονούντες προς αυτά, αποδεικνύει το πλήθος των Ιουδαίων που πίστεψαν στον Χριστό και η φαεινή εξαίρεση Ιωάννου του Προδρόμου, ο οποίος δεν περιορίζει την λύτρωση στα τέκνα του Αβραάμ[clxxii], αλλά δίδει πνευματικό περιεχόμενο στην έννοια του Μεσσία[clxxiii], τον οποίο και διακρίνει μεταξύ του λαού[clxxiv], κατά θεία αποκάλυψη[clxxv], και δεικνύει τον προσερχόμενο στον Βάπτισμα[clxxvi] ως Εκείνον, που υπάρχει προαιωνίως[clxxvii] και ο οποίος φάνηκε στη γη για να άρει με τη θυσία τους τις αμαρτίες του κόσμου[clxxviii], προσδιορίζοντας συγχρόνως και την διαφορά του βαπτίσματος του Προδρόμου με νερό, από το βάπτισμα του Κυρίου με το Άγιο Πνεύμα[clxxix] και βεβαιώνοντας την πραγματοποίηση στον Χριστό της θείας αποκαλύψεως γι’ αυτόν[clxxx], δια της οποίας ευθυγραμμίζεται η μεσσιανική ιδιότητα του Κυρίου προς το αληθινό νόημα της μεσσιανικής προφητείας στην Π.Δ.
Ο Κύριος, εξ άλλου, όπως λέχθηκε, δηλώνει, ότι η βασιλεία του δεν είναι εκ του κόσμου τούτου[clxxxi] και διαχωρίζει σαφώς από αυτή τη δύναμη των κοσμικών εξουσιών[clxxxii], θεωρώντας σατανική και αποκρούοντας ως τέτοια την συνάρτηση της προσωπικότητάς Του και του έργου Του προς κοσμοκρατορία[clxxxiii]. Κηρύσσει την πνευματική παγκοσμιότητα του χριστιανισμού με προτεραιότητα των εθνικών[clxxxiv] και περιμένει τον θάνατο[clxxxv]. Οι πολεμικές εκφράσεις του Κυρίου αφορούν στον πνευματικό πόλεμο[clxxxvi]. Τέλος, ταυτίζει ο Κύριος τον εαυτό του προς τον προσδοκώμενο από τους Σαμαρείτες Μεσσία[clxxxvii].
Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ
ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΥ ΛΥΤΡΩΤΟΥ
(Απόσπασμα από το βιβλίο του: Ιστορία της εποχής της
Κ. Διαθήκης εξ απόψεως παγκοσμίου και πανθρησκειακής,
Λεωνίδου Ι Φιλιππίδου
Καθηγητού και Πρυτάνεως του Πανεπιστημίου Αθηνών
[i] Ιω. 5, 39.
[ii] Ιω. 5, 45 ε.
[iii] Ιω. 8, 56.
[iv] Ιω. 8, 58.
[v] Ιω. 17, 24.
[vi] Αριθμ. 21, 8-9, Ιω. 3, 14-15.
[vii] Λουκ. 24, 27.
[viii] Λουκ. 24, 44.
[ix] Γεν. 3, 15 και 49, 9-10, Δευτ. 18, 15 και 18.
[x] Γεν. 3, 15.
[xi] Γεν. 9, 27.
[xii] Γεν. 1, 3. 22, 18. 26, 4. 28, 14. 49, 8-12. Α’ Παραλ. 17, 11.
[xiii] Γεν. 12, 1, 7. 13, 14-17. 17, 1-9. 18, 17-19. 22, 16-18. Γεν. 26, 1-5. Γεν. 28, 10-15.
[xiv] Γεν. 49, 10.
[xv] Γεν. 49, 11.
[xvi] Προφητεία του Βαρλαάμ, Αριθμ. 24, 17.
[xvii] Δευτ. 18, 15-19.
[xviii] Α’ Βασ. 2, 10.
[xix] Β’ Βασ. 7, 16 & Γ’ Βασ. 11, 36-37.
[xx] Ψαλμ. 109, (Εβρ. 110) 3β ε.
[xxi] Ψαλμ. 2, 7.
[xxii] Ψαλμ. 71, (Εβρ. 72) 10-15.
[xxiii] Ψαλμ. 109, 110 (Εβρ. 110, 111), 111 (Εβρ. 112), 9.
[xxiv] Ψαλμ. 14. (Εβρ. 15).
[xxv] Ψαλμ. 40 (Εβρ. 41), 8-10.
[xxvi] Ψαλμ. 34, (Εβρ. 35) 11-12.
[xxvii] Ψαλμ. 54, (Εβρ. 55), 5, 6 & Ψαλμ. 2, 2. 21.
[xxviii] Ψαλμ. 15, 10 ε.
[xxix] Ψαλμ. 109, 1.
[xxx] Ψαλμ. 21, (Εβρ. 22), 27, 30. 109, 4. 110, 5, 9.
[xxxi] Παροιμ. 8, 22-9, 6.
[xxxii] Ησ. 7, 14.
[xxxiii] Ησ. 9, 1 ε.
[xxxiv] Ησ. 49, 6 ε.
[xxxv] Ησ. 8, 3 ε.
[xxxvi] Ησ. 9, 6 και 11, 2 ε.
[xxxvii] Ησ. 11, 1.
[xxxviii] Ησ. 40, 9.
[xxxix] Ησ. 16, 5.
[xl] Ησ. 40, 11.
[xli] Ησ. 25, 6 ε.
[xlii] Ησ. 26, 19 ε.
[xliii] Ησ. 28, 16.
[xliv] Ησ. κεφ. 35΄ 6, 11 ε.
[xlv] Ησ. κεφ. 40, 3-5.
[xlvi] Ησ. κεφ. 42.
[xlvii] Ησ. 35, 5-6΄ 61, 1.
[xlviii] Ησ. 42, 1-3.
[xlix] Ησ. 50, 6΄ 52, 13 ε.
[l] Ησ. 60, 1-4΄ 65, 17.
[li] Ιερ. 23, 5-6.
[lii] Ματθ. 2, 16 ε.
[liii] Ιερ. 38, 22.
[liv] Ιερ. 2, 13-18.
[lv] Βαρούχ, 3, 38.
[lvi] Ιεζ. 11, 14-21 & 36, 16-32.
[lvii] Ιεζ. 34, 23-31 και κεφ. 37.
[lviii] Δαν. 2, 28.
[lix] Δαν. 2, 37 ε.
[lx] Δαν. 2, 32 ε.
[lxi] Δαν. 2, 34 ε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου