Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013

ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α΄

Βασιλεύς Γεώργιος Α΄
Ο Βασιλεύς Γεώργιος Α΄ υπήρξε ο γενάρχης του βασιλικού οίκου στην Ελλάδα και ο μακροβιότερος βασιλιάς της Ελλάδας, από το 1863 μέχρι 1913. Ήταν ο δεύτερος κατά σειρά Βασιλιάς της νεότερης Ελλάδας μετά τον Όθωνα και απόγονος του τελευταίου Αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου.

Τα πρώτα χρόνια και η εκλογή του ως νέος Βασιλιάς της Ελλάδος
Γεννήθηκε στην Κοπεγχάγη στις 24 Δεκεμβρίου 1845 και ήταν δευτερότοκος γιος του πρίγκιπα και μετέπειτα Βασιλιά της Δανίας Χριστιανού Θ΄.
Μετά το αγγλοκίνητο πραξικόπημα που εκδίωξε τον Όθωνα από τον βασιλικό θρόνο της Ελλάδας, έπρεπε να βρεθεί νέος ηγεμόνας για τη χώρα. Αρχικά οι Έλληνες, υπό τις βρετανικές διπλωματικές ίντριγκες, ήταν υπέρ του δευτερότοκου γιου της Βασίλισσας Βικτωρίας, Πρίγκιπα Αλφρέδου, αλλά οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν ήδη δεσμευτεί με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1832 να μην ανέλθει στο θρόνο της Ελλάδας γόνος καμιάς δικής τους βασιλικής οικογένειας. Νωρίτερα (Νοέμβριος 1862) διεξήχθη δημοψήφισμα για την εκλογή νέου βασιλιά. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος, όπως αυτά επικυρώνονται αργότερα με ψήφισμα της Εθνικής Συνέλευσης (22 Ιανουαρίου 1863), από τις 244.202 ψήφους οι 230.016 είναι υπέρ του Άγγλου πρίγκιπα Αλφρέδου.
Έτσι, υπό την πίεση των άλλων Δυνάμεων αποφασίστηκε να δοθεί ο θρόνος στον Γεώργιο, δευτερότοκο γιο του μετέπειτα (1863) Βασιλιά της Δανίας Χριστιανού Θ΄, εκ του Δανικού Βασιλικού Οίκου. Όταν του ζητήθηκε να έρθει στην Ελλάδα ως νέος Βασιλιάς απάντησε: “Βεβαίως και θέλω. Θέλω να ζήσω και να πεθάνω ως Έλληνας”!!!
Στις 24-28 Νοεμβρίου διεξήχθησαν εκλογές για την ανάδειξη αντιπροσώπων στη Συντακτική Συνέλευση (γνωστή ως «Η εν Αθήναις Β’ Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις»). Στις 18 Μαρτίου 1863 εκδόθηκε το Ψήφισμα της Β΄ των Ελλήνων Συνελεύσεως:
H εν Αθήναις Β΄ των Ελλήνων Συνέλευσις:
α) Αναγορεύει παμψηφεί τον πρίγκιπα της Δανίας Χριστιανόν, Γουλιέλμον, Φερδινάνδον, Αδόλφον, Γεώργιον, δευτερότοκον υιόν του πρίγκιπος Χριστιανού της Δανίας, συνταγματικόν βασιλέα των Ελλήνων υπό το όνομα Γεώργιος Α΄ Βασιλεύς των Ελλήνων…
β) Οι νόμιμοι διάδοχοι αυτού θέλουσι πρεσβεύει το Ανατολικόν Ορθόδοξον δόγμα.
γ) Τριμελής επιτροπή εκλεχθησομένη υπό της Εθνοσυνελεύσεως θέλει μεταβεί είς την Κοπεγχάγην και προσφέρει αυτώ εν ονόματι του Ελληνικού Έθνους το Στέμμα.
Κατά την ορκωμοσία του ενώπιον της Εθνοσυνέλευσης της 31ης Οκτωβρίου 1863, δήλωσε:
"Εις το όνομα της ομοουσίου και αδιαιρέτου Τριάδος ορκίζομαι να προστατεύω την επικρατούσα θρησκεία των Ελλήνων, να διατηρώ και να υπερασπίζομαι την ανεξαρτησία, την αυτονομία και την εδαφική ακεραιότητα του Ελληνικού κράτους και να τηρώ τους νόμους αυτού".
Αξιοσημείωτο είναι ότι στο Ψήφισμα αυτό ο Γεώργιος αποκαλείται Βασιλεύς των Ελλήνων, κατόπιν προτροπής του ιδίου, και όχι Βασιλεύς της Ελλάδας, όπως ονομαζόταν ο Όθων. Ο Γεώργιος Α΄ παρέμεινε στο θρόνο για τα επόμενα 50 περίπου έτη.

Ο Γεώργιος μεγαλώνει την Ελλάδα χωρίς πόλεμο
Ο Βασιλεύς Γεώργιος Α΄ διαπραγματεύτηκε επιτυχώς την απόκτηση των Ιονίων Νήσων (Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Ζάκυνθος, Ιθάκη) και των Κυθήρων, που βρίσκονταν υπό βρετανική κατοχή κατά τη διάρκεια των προηγούμενων 48 ετών. Ως δώρο στον νέο Βασιλιά η Αγγλία παραχωρεί τα Επτάνησα στην Ελλάδα (1864).
Η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878) διαμέλιζε την Οθωμανική Αυτοκρατορία και δημιουργούσε ένα τεραστίων διαστάσεων βουλγαρικό κράτος. Ο Γεώργιος προσπαθεί να αποσπάσει νέα εδαφικά οφέλη στην Ελλάδα χωρίς πόλεμο. Πιέζει τον Γερμανό καγκελάριο Ότο φον Μπίσμαρκ για να ενισχυθεί η Ελλάδα εν όψει του σλαβικού επεκτατικού σχεδίου. Επισκέπτεται Βερολίνο, Βιέννη, Λονδίνο και Αγία Πετρούπολη. Ο Μπίσμαρκ είναι ο μόνος που υποστηρίζει τον Γεώργιο και εξανάγκασε τον Σουλτάνο να αποδεχθεί τις ελληνικές αξιώσεις. Πράγματι στην Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης (1881) η Ελλάδα απέκτησε Θεσσαλία και το κομμάτι της Άρτας.

Οικογένεια
Το 1867, ο Βασιλεύς Γεώργιος Α΄ παντρεύτηκε τη Μεγάλη Δούκισσα Όλγα της Ρωσίας, η οποία ήταν μόλις 16 ετών όταν γεννήθηκε ο πρώτος τους γιός, ο Κωνσταντίνος, τον Αύγουστο του 1868.
Αναγνωρίζοντας τη μεγάλη συμβολή του Βασιλέως Γεωργίου στην παραχώρηση, εκ΄ μέρους της Μεγάλης Βρετανίας, των Ιονίων Νήσων, ο δήμος των Κερκυραίων δώρισε στο Βασιλέα και την οικογένειά του δύο σπίτια στο νησί – ένα εκ των οποίων η θερινή κατοικία, γνωστή ως “Μον Ρεπό”. Επιπλέον απέκτησε ένα εξοχικό κοντά στην Αθήνα – το κτήμα του Τατοΐου, 24 χιλιόμετρα βόρεια της πρωτεύουσας. Για την οικογένεια, το Τατόι αποτελούσε το “πραγματικό τους σπίτι”.
Ο Βασιλεύς Γεώργιος Α΄ απέκτησε 8 παιδιά. Ο τέταρτος γιός του, ο Ανδρέας, γεννημένος το 1882, ήταν ο πατέρας του Δούκα του Εδιμβούργου (γεννήθηκε το 1921) ο οποίος παντρεύτηκε την Βασίλισσα Ελισάβετ Β΄ της Μεγάλης Βρετανίας. Ο πρωτότοκος γιός του Βασιλέως Γεωργίου, ο Κωνσταντίνος, παντρεύτηκε την Πριγκίπισσα Σοφία της Πρωσίας, αδελφή του Κάιζερ Βίλχελμ Β΄ της Γερμανίας. Οικογενειακή αρχή στο βασιλικό οικόσημο είναι “Ισχύς Μου η Αγάπη του Λαού”.

Τα χρόνια της Βασιλείας του
Δεν άργησε να αναδειχθεί δημοφιλής και προσιτός μονάρχης. Ένας σχολιαστής της εποχής του παρατηρούσε: "Μόνος του περιδιαβαίνει τους δρόμους πεζός με τους νεαρούς του φίλους, χαιρετώντας τους πάντες – σταματώντας για να συζητήσει με τον κόσμο, επισκεπτόμενος τη λαχαναγορά". Κάθε Κυριακή, παρακολουθούσε τη Θεία Λειτουργία. Σεβόταν την ευλαβική στάση των υπηκόων του προς τις εικόνες των Αγίων και αναγνώριζε ότι οι κληρονόμοι και διάδοχοί του οφείλουν να είναι μέλη της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Το 1864, ένα έτος μετά την διαδοχή του, η Εθνοσυνέλευση αποφάσισε την ψήφιση νέου Συντάγματος. Η εξασφάλιση άμεσης, μυστικής και καθολικής ψηφοφορίας για την ανάδειξη της Βουλής καθιστούσε την Ελλάδα, τυπικά, ένα εκ των δημοκρατικότερων κρατών της Ευρώπης. Υπήρχαν όμως δυσκολίες όσον αφορά την επίτευξη σταθερότητας. Από το 1864 έως το 1911 προέκυψαν 70 κυβερνήσεις κατόπιν 21 εκλογικών αναμετρήσεων. Οι πολιτικάντηδες αυτού του τόπου αναδείχθηκαν βαρόνοι του ρουσφετιού και της φαυλότητας και εμφύτευσαν μία νέα νοοτροπία στον λαό που δυστυχώς του άρεσε.
Με τη συνθήκη του Λονδίνου της 1/13 Ιουλίου 1863, ορίστηκε ότι οι διάδοχοι του Γεωργίου θα πρέσβευαν το ορθόδοξο δόγμα και η ενηλικίωσή του (είχε γεννηθεί το 1845), για να μήν επαναληφθεί ο θεσμός της Αντιβασιλείας, θα οριζόταν αμέσως.
Ο Γεώργιος, αφού επισκέφτηκε το Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο την Αγία Πετρούπολη, το Λονδίνο και το Παρίσι, έφτασε στον Πειραιά στις 30 Οκτωβρίου. Στην πρώτη προκήρυξή του προς τον Ελληνικό Λαό, διαβεβαίωνε ότι θα τηρήσει τους νόμους του κράτους και “προ πάντων το Σύνταγμα” και ότι θα επιδίωκε να γίνει η Ελλάδα “πρότυπον Βασιλείου εν τη Ανατολή”.
Τον Ιούλιο του 1874, ο Χαρίλαος Τρικούπης αρθρογραφούσε βίαια κατά του Γεωργίου, υποστηρίζοντας ότι ο Γεώργιος κυβερνούσε προσωπικά με διάφορες κυβερνήσεις μειοψηφίας της αρεσκείας του και η βασιλική εύνοια ήταν το απαραίτητο προσόν για την εξασφάλιση της εξουσίας. Ο Τρικούπης πρότεινε την καθιέρωση της Αρχής της Δεδηλωμένης, δηλαδή της αρχής εκείνης όπου ο Βασιλιάς διορίζει πρωθυπουργούς μόνον όσους διέθεταν την κοινοβουλευτική πλειοψηφία δηλ. είχαν λάβει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή.
Η μεγάλη ευελιξία του Γεωργίου φάνηκε από τον τρόπο που αντέδρασε στην επίθεση. Μετά από μια παρατεταμένη κρίση λόγω αποκαλύψεων για δωροδοκίες υπουργών, κάλεσε τον Τρικούπη και έδωσε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης και διακήρυξε την πρόθεσή του να εφαρμόζει την Αρχή της Δεδηλωμένης.
Κατά την βασιλεία του Βασιλέως Γεωργίου, εγκαινιάστηκαν οι εργασίες για τον Ισθμό της Κορίνθου, οι οποίες αποπερατώθηκαν τον Αύγουστο του 1893. Επιπλέον, ο Βασιλεύς υπήρξε αρωγός της αναγέννησης των Ολυμπιακών Αγώνων, στηρίζοντας την εκστρατεία του Βαρόνου Ντε Κουμπερτέν. Οι πρώτοι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες έλαβαν χώρα στην Αθήνα τον Οκτώβριο του 1896. Το 1906, ο Βασιλεύς Γεώργιος Α΄ υποστήριξε τη διεξαγωγή των αγώνων της 10ης Ολυμπιακής Επετείου στο ειδικά κατασκευασμένο Ολυμπιακό Στάδιο της Αθήνας. Πενήντα τέσσερα χρόνια αργότερα, στους Ολυμπιακούς του 1960, ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος Β΄, ο δισέγγονος του Βασιλέως Γεωργίου Α΄, επρόκειτο να κερδίσει το Χρυσό Μετάλλιο στην ιστιοπλοΐα έξω από την Νεάπολη.

Η φιλανθρωπική δραστηριότητα της Βασίλισσας Όλγας
Βασιλείς Γεώργιος & Όλγα

Ο Βασιλεύς Γεώργιος και η Βασίλισσα Όλγα αφίχθησαν στην Ελλάδα στις 11 Νοεμβρίου του 1867. Γνωρίζοντας τις αυξημένες ανάγκες του Ελληνικού λαού ζητούν να μην γίνει η οποιαδήποτε δαπάνη για τον εορτασμό της άφιξης της Βασίλισσας. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Βασιλεύς Γεώργιος σε σχετικό τηλεγράφημά του «… Ήθελεν είσθαι λίαν ευχάριστον εις ημάς, αν το προς το σκοπόν τούτο αφιερωθέν ποσόν ελάμβανεν έτερον προσδιορισμόν, σύμφωνον προς τας μεγάλας δυστυχίας, τας οποίας οφείλομεν να ανακουφίσωμεν…».
Πράγματι εκείνη την περίοδο η Ελλάδα αντιμετώπιζε μεγάλες «δυστυχίες». Από την πρώτη στιγμή η Βασίλισσα Όλγα άρχισε να επιτελεί σπουδαίο και αναγκαίο έργο. Κύριο μέλημα της νεαρής Βασίλισσας ήταν η ανακούφιση των συνανθρώπων της, η καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης, η ανάδειξη του ρόλου των γυναικών στην ελληνική κοινωνία καθώς και η ενδυνάμωση της Ορθοδοξίας. Η παρουσία της και η συνεισφορά της στις δύσκολες ώρες που κλήθηκε να περάσει ο Ελληνικός λαός (Ελληνοτουρκικός Πόλεμος, Βαλκανικοί Πόλεμοι) ήταν συνεχής και ανεκτίμητη.
Η καθημερινή της ασχολία ήταν οι φιλανθρωπικές τις δραστηριότητες, τις οποίες χρηματοδοτούσε, ως επί το πλείστον, από δικά της κεφάλαια.
Το έργο της Βασίλισσας Όλγας, η σεμνότητά της καθώς και η πίστη της, την κατέστησαν ιδιαίτερα λαοφιλή.

Από τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο στο Γουδί
Το 1896 ξέσπασε κρίση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας με αντικείμενο την Κρήτη. Τα βαθύτερα αίτια είναι όταν ο πρωθυπουργός Δηλιγιάννης ζήτησε κούρεμα του ελληνικού χρέους από τους σιωνιστές τραπεζίτες. Αυτοί αρνήθηκαν το κούρεμα και με τις ραδιουργίες ενέπλεξαν την Ελλάδα σε πόλεμο, παρά τις προειδοποιήσεις και τις αντιρρήσεις του Γεωργίου. Η Τουρκία διέθετε την υποστήριξη του Κάιζερ Βίλχελμ Β΄ της Γερμανίας, αδελφού της Σοφίας της Πρωσίας, νύφης του Βασιλέως Γεωργίου. Κατά την υποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων στη Λάρισα, ο Γεώργιος ζήτησε τη μεσολάβηση του Νικολάου Β΄ της Ρωσίας. Έτσι σταμάτησε η τουρκική προς την Αθήνα προέλαση.
Οι Προστάτιδες Δυνάμεις εξασφάλισαν την υπογραφή συνθήκης ειρήνευσης στην Κωνσταντινούπολη – η οποία επέτρεπε στην Ελλάδα τη διατήρηση της Θεσσαλίας. Επιπλέον οριζόταν η καταβολή δυσβάσταχτης για το Βασίλειο της Ελλάδας αποζημιώσεως στην Τουρκία. Η τήρηση της τάξης στην Κρήτη ανατέθηκε σε μια διεθνή δύναμη – συναποτελούμενη από Βρετανικά, Γαλλικά, Ρωσικά και Ιταλικά στρατεύματα. Το νησί διατηρούσε την αυτονομία του εντός των ορίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας – ενώ, παράλληλα, διατηρούσε δεσμούς με το βασίλειο της Ελλάδας μέσω του Πρίγκιπα Γεωργίου (δευτερότοκου γιού του Βασιλέως Γεωργίου Α΄), ο οποίος διορίστηκε Ύπατος Αρμοστής στα Χανιά.
Το 1906, ο Πρίγκιπας Γεώργιος παραιτήθηκε, έχοντας φανεί ανεκτικός και διαλλακτικός Κυβερνήτης. Οι Κρήτες όμως πολιτικοί επιθυμούσαν στενότερες σχέσεις με την Ελλάδα με εξαίρεση τον Ε. Βενιζέλο. Όταν οι “Νεότουρκοι” (Τούρκοι αξιωματικοί του στρατού) κατέλαβαν την εξουσία στην Κωνσταντινούπολη το 1908, η Συνέλευση της Κρήτης διακήρυξε την ένωσή της με την Ελλάδα.
Ο εθνομάρτυς Γεώργιος
Εν μέσω του τεταμένου αυτού κλίματος, αντιφρονούντες κατώτεροι αξιωματικοί του Ελληνικού στρατού, με επικεφαλής τον Λοχαγό Ζορμπά, ίδρυσαν τον αντιβασιλικό Στρατιωτικό Σύνδεσμο. Τον Αύγουστο του 1909, εκδηλώθηκε το αγγλοκίνητο κίνημα υπό την αρχηγία του συνταγματάρχη Νικόλαου Ζορμπά, αρχηγού του Στρατιωτικού Συνδέσμου. Τα αιτήματα των κινηματιών ήταν κάθε άλλο παρά ριζοσπαστικά, ωστόσο όσον αφορά τη Δυναστεία απαιτούσε την απομάκρυνση των Πριγκίπων από το στράτευμα. Για να μην φέρουν σε δύσκολη θέση τον πατέρα τους, οι βασιλικοί γόνοι παραιτήθηκαν των καθηκόντων τους. Ο Γεώργιος Α΄, καθ΄ υπόδειξιν του Συνδέσμου, κάλεσε τον Βενιζέλο να προβεί στο σχηματισμό κυβέρνησης με το νέο Φιλελεύθερο Κόμμα του και ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος λύθηκε. Ο Διάδοχος Κωνσταντίνος διορίσθηκε εκ νέου αξιωματικός του στρατού. Το διεθνές κύρος του Βασιλέως Γεωργίου ενισχύθηκε, αφού δοκιμάστηκε από μια σειρά επαναλαμβανόμενων κρίσεων τις οποίες χειρίστηκε επιδέξια.
Βαλκανικοί Πόλεμοι και ο θάνατος του

Μετά τον ξαφνικό πόλεμο μεταξύ Ιταλίας και Τουρκίας το 1911 με αντικείμενο τα τουρκικά εδάφη στην Λιβύη, η Ελλάδα ενεπλάκη στις επακόλουθες ταραχές στα Βαλκάνια ενάντια στην Τουρκική κυριαρχία και επιρροή. Το Μαυροβούνιο, η Σερβία, η Βουλγαρία και η Ελλάδα ένωσαν τις δυνάμεις τους και κήρυξαν πόλεμο κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τον Οκτώβριο του 1912. Η καθοριστικής σημασίας μάχη μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας δόθηκε στα Γιαννιτσά. Μετά την επιτυχή έκβασή της, ο Διάδοχος Κωνσταντίνος προχώρησε νικητής προς την Θεσσαλονίκη και έκανε την είσοδό του στην πόλη στις 9 Νοεμβρίου 1912 – προλαμβάνοντας έτσι εγκαίρως τους αμφιταλαντευόμενους συμμάχους του, τους Βουλγάρους.
Ο Βασιλεύς Γεώργιος έφθασε στην Θεσσαλονίκη δυο μέρες αργότερα για να οδηγήσει τα νικηφόρα στρατεύματα στην πόλη από κοινού με τον Διάδοχο Κωνσταντίνο και τους υπόλοιπους πρίγκιπες. Για τον Βασιλέα Γεώργιο, η είσοδος στην πόλη της Θεσσαλονίκης ήταν μία από τις πιο σημαντικές στιγμές της βασιλείας του. Ο Πρίγκιπας Νικόλαος (τρίτος κατά σειρά γιός του Βασιλέως Κωνσταντίνου) ορίσθηκε στρατιωτικός διοικητής της πόλης.
Κατά τραγικό τρόπο, δυο μήνες πριν την προσωρινή λήξη του πολέμου, στις 18 Μαρτίου 1913, ο Βασιλεύς Γεώργιος δολοφονήθηκε από έναν ψυχικά διαταραγμένο Έλληνα ονόματι Αλέξανδρο Σχινά καθώς έκανε τον απογευματινό του περίπατο. Το χέρι οπλίστηκε από μία φιλοτουρκική μειονότητα. Πυροβολήθηκε κοντά στον Λευκό Πύργο της Θεσσαλονίκης. Ο Βασιλεύς Γεώργιος κηδεύτηκε δημόσια στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 1913, και θάφτηκε στην οικογενειακή του κατοικία στο Τατόι. Ήταν 67 ετών. Η σορός του Γεωργίου ταριχεύθηκε και για πολλές μέρες εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Μεταφέρθηκε στον Πειραιά και στις 20 Μαρτίου και κηδεύτηκε στο βασιλικό ανάκτορο στο Τατόι.

Η προσωπικότητα του Βασιλέως Γεωργίου του Α΄
Η διαλλακτικότητα και η ψυχραιμία του, του επέτρεψε, να διατηρεί ανοιχτές γραμμές με το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού κόσμου και έχοντας ιδιαίτερα μεγάλη δημοφιλία η εξουσία του παρέμενε πάντοτε σεβαστή. Πολέμιος του ρουσφετιού, ήπιος και αυστηρός στις κρίσιμες εθνικές στιγμές. Η προσπάθεια του να συνετίσει τους πολιτικούς πάντα έβρισκε αντίθετους τους χειριστές της εξουσίας και μέσω των εφημερίδων τους λοιδορούσαν τον Γεώργιο. Γεγονός όμως είναι πως ουδέποτε κατάφερε να φανατίσει τον ελληνικό λαό υπέρ ή εναντίον του, επί των ημερών του το πρόσωπο του Βασιλιά δεν είχε ένθερμους οπαδούς, ούτε εχθρούς. Η αγάπη του για την πρωτεύουσα της Ελληνικοτάτης Μακεδονίας, της νύμφης του Θερμαικού την Θεσσαλονίκη κατέληξε στην δολοφονία. Το αίμα του επισφραγίζει την Ελληνική επανάκτηση της Θεσσαλονίκης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου